Ο ψίθυρος της Ευδοκίας, Χριστίνα Καράμπελα, Πόλις 2015

-ψίθυρος-της-Ευδοκίας-e1435739199460
Η Χριστίνα Καράμπελα επιτυγχάνει να μας δώσει με τον Ψίθυρο της Ευδοκίας, τη δεύτερη συγγραφική της απόπειρα, ένα μυθιστόρημα με ένα μεγάλο προσόν διόλου ευκαταφρόνητο και διόλου δεδομένο. Είναι γραμμένο κατά τρόπο που δύσκολα ο αναγνώστης το αφήνει από τα χέρια του. Ο ρυθμός ρέει αβίαστα χάρη στους πειστικούς και καλοδουλεμένους χαρακτήρες, που μάλιστα διαφοροποιούνται αρκούντως παρά την ακραία αντίθεσή τους.

Ο εξηντάρης διοικητής αστυνομικού τμήματος Πολίτης και η εικοσιπεντάχρονη υφισταμένη του Ελισάβετ Ξένου, εκτός από το ότι ανήκουν σε διαφορετικά φύλα, εκπροσωπούν δυο γενιές με μεγάλη απόσταση νοοτροπίας και τρόπου σκέψης. Η Καράμπελα κατορθώνει να μην τους παρουσιάσει παρόλα αυτά σαν καρικατούρες, ούτε πολύ περισσότερο σχεδόν ίδιους παρά τη σαφή τους αντίστιξη, εξαιτίας συγγραφικής αδυναμίας. Αντίθετα πλάθει με μεγάλη ευκολία δυο κόσμους που σταδιακά συγκλίνουν, όταν καλούνται να αντιμετωπίσουν το μυστήριο της εξαφάνισης μιας χαρτομάντισσας σε ώρα συνεδρίας με τρεις ηλικιωμένες.

Ο λόγος της σύγκλισής τους είναι η ολοένα και αυξανόμενη ανεπάρκεια της λογικής στην επίλυση του μυστηρίου. Αμφότεροι εξαναγκάζονται ασχέτως με την αρχική τους τοποθέτηση, να αποδεχτούν τον μετεωρισμό ανάμεσα στα γεγονότα της πραγματικής ζωής και στη μη εκλογίκευση της συναισθηματικής πρόσληψης των φαινομένων. Αυτός ακριβώς ο μετεωρισμός θα κάνει τους δυο ήρωες να αποδεχτούν την ανεπάρκεια της λογικής τους και τις εσωτερικές συναισθηματικές τους ελλείψεις, όσο και το μεταφυσικό-παραμυθικό άλογο, ως μια νέα πραγματικότητα στην οποία σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Κέρδος τους η επίγνωση πως ακόμα κι αν ακράδαντα πίστευαν περισσότερο ή λιγότερο μέχρι τούδε πως ένα και ένα κάνει δύο, ενίοτε αποδεικνύεται πως μπορεί το άθροισμα να μην είναι το αναμενόμενο.

Πώς το πετυχαίνει αυτό η συγγραφέας; Βασικό της εργαλείο είναι μια παράλληλη λαϊκότροπη αφήγηση (η οποία περιλαμβάνει λάμιες, και άλλα παραμυθικά μοτίβα), η οποία αφενός προοιωνίζει τη συνέχεια της κεντρικής αφήγησης, αφετέρου δυναμιτίζει τις απόπειρες των ηρώων να διαλευκάνουν τόσο το αστυνομικό μυστήριο, όσο και το μυστήριο της ζωής τους, τουλάχιστον με ορθόδοξο και αποδεκτό από την εποχή τους τρόπο. Το ενδιαφέρον στο εγχείρημα έγκειται στο ότι η συγγραφέας δεν αρκέστηκε σε μια λαϊκότροπη αφήγηση που μιμείται τις τεχνοτροπίες, τα μέσα και τη γλώσσα άλλων εποχών (όπως αρκετές φορές βλέπουμε σε άλλους σύγχρονους λογοτέχνες που χρησιμοποιούν διαλέκτους και ιστορικό φόντο αλλοτινών καιρών). Αλλά έγραψε ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στην εποχή μας με καθ’ όλα σύγχρονους ήρωες, φωτίζοντας το όμως με τα περασμένα παραμύθια άλλων εποχών.

Εκείνο που πετυχαίνει είναι να καταδείξει πώς το παλαιό, ασχέτως με την γλώσσα του τελικά, μπολιάζει το νέο ως ουσία. Πώς το μεταφυσικό, καλύτερα μη εξηγήσιμο, στοιχείο που τόσο καλά είχαν συλλάβει και αποδώσει τα λαϊκά παραμύθια, δεν εξαφανίστηκε, απλώς πήρε άλλη μορφή. Το δύσκολο εγχείρημά της στέφεται με επιτυχία εξαιτίας της συγγραφικής της δεξιοτεχνίας. Με την ίδια άνεση που γράφει λαϊκό παραμύθι, σκιαγραφεί την πατριαρχική φιγούρα του εξηντάρη διοικητή της αστυνομίας, όσο και την αντιδραστική νεαρή αστυνομικίνα. Γλώσσα και χαρακτήρες απολύτως πειστικοί και στις τρεις περιπτώσεις. Αν τώρα προσθέσουμε και τους επιτυχώς αποδοσμένους χαρακτήρες των τριών ηλικιωμένων γυναικών-μαρτύρων που ανακρίνονται για την εξαφάνιση του μέντιουμ, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για μια συγγραφέα που ξέρει πολύ καλά πώς να χειρίζεται το υλικό της και να υλοποιεί τις προθέσεις της.

Κλείνοντας να συμπληρώσω πως ασφαλώς η εξαφανισθείσα χαρτομάντισσα δεν ξέρουμε τι απέγινε, ούτε αν ανήκει στους ζωντανούς ή νεκρούς. Ή μάλλον τελειώνουμε την ανάγνωση με την σαφή αίσθηση πως πεδίο αναφοράς της είναι ο χώρος των νεκροζώντανων. Η αποκάλυψη δεν είναι spoiler alert. Είναι μία κατάληξη που η συγγραφέας χτίζει μεθοδικά εξ αρχής, ακριβώς για να εδραιωθεί μέσα μας ως δεδομένη.

Advertisements

Η μοναδική οικογένεια, Λευτέρης Καλοσπύρου, Πόλις 2013 (πρωτοεμφανιζόμενος)

images
Ίσως ήταν από τις λίγες φορές που ολοκλήρωσα την ανάγνωση ενός βιβλίου τόσο γρήγορα και τόσο ψυχαναγκαστικά. Για την ακρίβεια επιθυμώντας διακαώς να ανακαλύψω κάτι άξιο λόγου, δεδομένου ότι η γραφή του ήταν σχετικά εντυπωσιακή, προχωρούσα την ανάγνωση με την ελπίδα ότι θα καταφέρω επιτέλους να βρω τι είναι αυτό που υπόσχεται, αλλά δυστυχώς δεν βρήκα παρά ψήγματα. Η Μοναδική Οικογένεια παρέμεινε μια υπόσχεση ενεή και για αυτό απογοητευτική.

Το βιβλίο αποτελεί ξεκάθαρα κάποιου είδους μανιφέστο του «ιδανικού σύγχρονου μυθιστορήματος σε αντιδιαστολή με το μυθιστόρημα του 19ου και 20ου αι». Σύμφωνα με αυτό η σύγχρονη εποχή θέλει «ιστορία μέσα στην ιστορία» με αποτέλεσμα κάποιου είδους πολυδιάσπαση που προφανώς εκτός από την τεχνική επεκτείνεται και στο θέμα. Πολλές μικρές και κατακερματισμένες ιστορίες κατά τρόπο ώστε ο αναγνώστης να μην μπορεί άμεσα να πει για ποιο πράγμα μιλάει το βιβλίο. Οι διαπροσωπικές αντιπαλότητες είναι ο μόνος πραγματικός συνδετικός ιστός των ποικίλων ιστοριών, ίσως όχι τυχαία αφού η αντιζηλία ως στάση ζωής οδηγεί σε έναν κατακερματισμό της οικογένειας και ευρύτερα της κοινωνίας.

Τίποτα κακό δεν έχει ένα μανιφέστο για το πώς πρέπει να γράφεται ένα βιβλίο σήμερα. Μόνο που δεν είναι μονάχα πώς λέμε κάτι, κυρίως είναι τι λέμε και ακόμα παραπέρα πόσο αυθεντικό είναι αυτό που καταφέρνουμε να πούμε όσο δεξιοτεχνικά και σύγχρονα κι αν το εκφράζουμε.

Για παράδειγμα ο αναγνώστης του Βιβλίου της Ανησυχίας του Φερνάντο Πεσόα δυσκολεύεται εξαιρετικά να κατατάξει αυτό που διαβάζει σε κατηγορία και αυτό γιατί ο Πεσόα ανοίγει δρόμους δημιουργώντας με τη γραφή του στο εν λόγω έργο νέο είδος μη καταχωρημένο. Για το μόνο που είναι σίγουρος ο αναγνώστης είναι πως βρίσκεται μπροστά σε πραγματική λογοτεχνία και αυτό γιατί είναι τέτοια η αυθεντικότητα των όσων ξετυλίγονται λέξη τη λέξη, που κεραυνοβολημένος δυσκολεύεται να συνεχίσει την ανάγνωση. Παρόλο λοιπόν που ο Πεσόα είχε συμμετάσχει ακόμα και στην ίδρυση ενός λογοτεχνικού περιοδικού που προωθούσε τις νέες για την εποχή αρχές στη λογοτεχνία, εντούτοις η αυθεντικότητα του ανέκδοτου όσο ζούσε και για πολλά χρόνια ακόμα Βιβλίου της Ανησυχίας δεν χωρούσε σε κανένα μανιφέστο και σε καμιά προγραμματική δήλωση.

Φυσικά δεν προτίθεμαι να συγκρίνω τον Καλοσπύρου με τον Πεσόα (!), αλλά καλό είναι να έχουμε κατά νου ότι η ουσία μπορεί να χωράει ή να μη χωράει σε δομές ταιριαστές με την εποχή, αλλά είναι ακριβώς αυτή που κάνει τη διαφορά. Και παρά το ότι διέκρινα το δεξιοτεχνικό «πώς» του Καλοσπύρου, ούτε ουσία κατάφερα προσωπικά να εντοπίσω, ούτε ίχνη κάποιας αυθεντικότητας. Ενδιαφέρον ανάγνωσμα σίγουρα στον τρόπο που ξεδιπλώνεται. Μονάχα που αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό σε καμία περίπτωση.

Πιο συγκεκριμένα. Στο εγκιβωτισμένο διήγημα με θέμα την ανησυχία του συγγραφέα πατέρα για τη «ζωγραφική» του προς έκδοση κειμένου του, ο γιος τον περιγελά εμφανώς. Επιπλέον όλο το βιβλίο του Καλοσπύρου δεν είναι παρά μια τραβηγμένη προσπάθεια για να καταδείξει τη διαφοροποίησή του από την παλαιά γενιά συγγραφέων. Και αυτήν του την πρόθεση την υλοποιεί προκαλώντας διάσπαση της προσοχής του αναγνώστη (ο όρος δικός του, αυτό το πρόβλημα φοβάται ο πατέρας-συγγραφέας ότι έχει το κείμενό του) εντάσσοντας:
-συστηματικά αριθμούς (π.χ. «μαζί με άλλον 1 αρχιτέκτονα» αντί για έναν), -συντμήσεις λέξεων και νεολογισμούς (π.χ. γμτ αντί για γαμώτο, τέσπα αντί για τελοσπάντων)
-εκτεταμένες υποσημειώσεις (η υποσημείωση με αστερίσκο στη σελ. 48 καταλαμβάνει το ένα έκτο περίπου του εγκιβωτισμένου διηγήματος, κάνοντας την υποσημείωση να μοιάζει με εγκιβωτισμό μέσα σε εγκιβωτισμό, αποπροσανατολίζοντας ως εκ τούτου σε τέτοιο βαθμό τον αναγνώστη, που αναγκάζεται να γυρίσει πίσω για να καταλάβει την συνέχεια της αρχικής αφήγησης)
-αναρίθμητα εγκιβωτισμένα διηγήματα που μένουν ανολοκλήρωτα
-απόπειρες γραφής θεατρικού (αυτό ολοκληρώνεται τελικά)
-σημειώσεις που αποστέλλει στον εαυτό του ο επίδοξος συγγραφέας του θεατρικού με το i-phone του.

Γενικώς το βιβλίο είναι υπερφορτωμένο με ποικίλα τεχνάσματα του είδους επιχειρώντας να εκβιάσει την άποψη πως είναι οπωσδήποτε κάτι μεταμοντέρνο και νεωτερικό. Ουκ εν τω πολλώ το ευ. Ο νεοφώτιστος συγγραφέας καμιά φορά δεν το αντιλαμβάνεται, καθώς φαίνεται.

Ακόμα και αυτό όμως είναι κάτι που δικαιολογείται σε έναν πρωτοεμφανιζόμενο. Εκείνο που δυσκολότερα μπορεί να δικαιολογηθεί είναι η συσσώρευση εμβριθών σκέψεων, που μπορεί ενίοτε αυτές καθ’ εαυτές να έχουν ενδιαφέρον, όμως επ’ ουδενί δεν εντάσσονται σε μια στοιχειώδη ροή, ούτε αναπτύσσονται επαρκώς. Μοναδικός λόγος ύπαρξής τους μοιάζει να είναι η επίδειξη γνώσεων, θαρρείς και ο συγγραφέας είναι ένα χαρισματικό παιδί σαν αυτό που περιγράφει στο έργο του, μονάχα που αντί για εγκυκλοπαιδικές γνώσεις σε τηλεπαιχνίδι, σωρεύει μισοψημένες βαθυστόχαστες ιδέες. Το είπαμε ήδη, το θέμα δεν είναι η συσσώρευση, γνώσεων, πτυχίων, likes, ευσήμων, βραβείων, περγαμηνών κτλ. κτλ., είναι το πώς όλες αυτές οι κατακτήσεις παράγουν αποτέλεσμα και νόημα. Θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει πως αυτό ακριβώς επιδιώκει να καταδείξει ο συγγραφέας, την πολυδιάσπαση του σύγχρονου κόσμου που κερδίζει σε (δοκησίσοφο) πλάτος δίχως παράλληλα να βαθαίνει. Αν αυτός είναι ο στόχος του, τον πετυχαίνει θαυμάσια.

Αν παρόλη την ανυπαρξία στιβαρού θέματος, επιχειρήσει κανείς να εικάσει ένα κάποιο θέμα (εκτός από την πολυδιάσπαση), αυτό θα είναι η αντιπαλότητα και το πώς πρέπει να γράφει ένας συγγραφέας (το μανιφέστο που λέγαμε παραπάνω).

Αυτό το δεύτερο φαντάζει αρκούντως αυτοαναφορικό για να ενδιαφέρει τον αναγνώστη, εκτός αν αυτός είναι συγγραφέας ή κριτικός βιβλίων. Γιατί ακριβώς όπως λέει ο γιος-συγγραφέας προς τον πατέρα-συγγραφέα, είναι σειρά του αναγνώστη να αναφωνήσει: «Έχει περάσει από το μυαλό σου ότι τα κομμάτια που εσύ θεωρείς τα πιο δυνατά του κειμένου σου μπορεί να φανούν στον αναγνώστη αδιάφορα; Το έχεις σκεφτεί αυτό (γαμώτο σου);»

Όσο για την αντιπαλότητα είναι βασικό χαρακτηριστικό όλων των προσώπων. Του αδελφού προς τον αδελφό, του γιου προς τον πατέρα, του πατέρα-συγγραφέα προς τη μάνα, μια άρρωστη και κρυφή κατά κανόνα αντιπαλότητα που εκφράζεται μέσα από τις ιστορίες που γράφουν και ενίοτε δημοσιεύουν λες και μοναδικός σκοπός της γραφής είναι να εκφράσει μίζερα και κλισέ απωθημένα πρώτα σε ενδοοικογενειακό επίπεδο και έπειτα σε επίπεδο παλαιάς και νέας γενιάς συγγραφέων.

Στη σελ 41, στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Λίγα λόγια για μένα» παρουσιάζεται ένας τυπικός διάλογος μεταξύ πατέρα και γιου που μιλάνε στην ουσία μεταξύ τους με τίτλους βιβλίων φιλοσοφίας του Καντ με μεγάλη άνεση σαν να είναι αυτή η καθημερινή τους κουβέντα. Διόλου δεν αντιλέγω, ούτε από μόνο του το συγκεκριμένο χωρίο θα με έκανε να μεμφθώ το έργο για ελιτισμό, όμως λίγο παρακάτω ο ήρωας περιπαίζει κάποιον γιατρό που τολμά να μιλήσει για φιλοσοφία (για την ακρίβεια για τίτλους βιβλίων και ονόματα φιλοσόφων ακριβώς όπως έκανε πρωτύτερα ο πατέρας με το γιο). Και βεβαίως πάλι τα πράγματα ξεπέφτουν σε μια στείρα αντιπαλότητα του τύπου ποιος γνωρίζει τους περισσότερους και πιο πρόσφατους τίτλους φιλοσοφικών έργων. Αν ο Καλοσπύρου θέλει να στηλιτεύσει τόσο την αντιπαλότητα ως στάση ζωής όσο την επιφανειακή γνώση που βασίζεται στην καταναλωτική συσσώρευση και επίδειξη αναγνωσμάτων, τότε πέτυχε το σκοπό του στο έπακρο. Επειδή όμως ένα βιβλίο διαβάζεται δίχως τον συγγραφέα παραδίπλα να μας εξηγεί τι ήθελε ή τι δεν ήθελε να πει, θεωρώ ότι απέτυχε και μόνον εκ του γεγονότος ότι υπάρχει ένας τουλάχιστον αναγνώστης που απορεί για τις προθέσεις του.

Πολλά θα μπορούσα ακόμα να συνεχίσω να λέω. Όπως για την ανεπαρκή έρευνα σε σχέση με τα χαρισματικά παιδιά (δύο τουλάχιστον εννιάχρονα υπάρχουν στο βιβλίο). Χαρισματικό παιδί οπωσδήποτε δεν είναι αυτό που παπαγαλίζει εγκυκλοπαιδικές γνώσεις. Ούτε ένα εννιάχρονο, ιδιοφυές ή μη, μιλάει σαν πεντάχρονο, στα σημεία που πρέπει να φανεί η παιδικότητά του.

Ή για το τέλος του βιβλίου, έναν παραληρηματικό μονόλογο του χαρισματικού που αποκαλύπτοντας ασχήμιες της οικογένειάς του, τελικά καταρρέει. Δεν βρήκα καμία διαφορά με το αντίστοιχο τέλος του Μάρτυς μου ο Θεός, όπου ένας μεσήλικας ομοίως παραληρεί εν μέσω αποκαλύψεων πριν παραδώσει τα όπλα, πλην της ηλικιακής διαφοράς των ηρώων.

Τελειώνοντας να πω πως παρά τη σχετική-για το ύφος των αναρτήσεων μου-σφοδρότητα, ο Καλοσπύρου να έχει ίσως να μας δώσει στο μέλλον αξιόλογα δείγματα της δουλειάς του. Ίσως ακριβώς επειδή διαισθάνθηκα κάτι τέτοιο, να υπήρξαν έντονες για τα δεδομένα μου οι όποιες επισημάνσεις, κάτι που θεωρώ προτιμότερο από την αδιαφορία. Ο καιρός θα δείξει.

Πόλεμος και πόλεμος, Λάσλο Κρασναχορκάι, Πόλις 2015

195958
Το «Πόλεμος και πόλεμος» που γράφτηκε το 1999 και εκδόθηκε στη χώρα μας με δεκάξι χρόνια καθυστέρηση, αποδεικνύεται εν έτει 2015 εξαιρετικά επίκαιρο ως προς τα ερωτήματα και τις καταστάσεις που θέτει. Ελπίζω να μην επαληθευτούν στην επερχόμενη πραγματικότητα και οι απαντήσεις που δίνει ο συγγραφέας του.

Εν συντομία η πλοκή: Ο Γκέορκι Κόριμ, ασήμαντος αρχειοφύλακας σε μια ουγγρική επαρχία, ανακαλύπτει ανυπόγραφο χειρόγραφο, η ανάγνωση του οποίου του αλλάζει τη ζωή. Νιώθοντας ότι το κεφάλι του κινδυνεύει να αποκοπεί από το σώμα του, εγκαταλείπει την έως εκείνη στιγμή ζωή του στην πόλη που ζούσε και με το χειρόγραφο ανά χείρας φτάνει μετά από πάμπολλες δυσκολίες στη Νέα Υόρκη, την οποία θεωρεί κέντρο του κόσμου. Εκεί έχει αποφασίσει να δώσει τέλος στη ζωή του, όχι όμως προτού μεριμνήσει να περάσει στην αιωνιότητα μέσω του διαδικτύου η χειρόγραφη ιστορία.

Σταδιακά ο Κόριμ αφηγείται την περίφημη αυτή ιστορία του χειρογράφου που αφορά στην πορεία τεσσάρων ανδρών σε διάφορες χρονικές περιόδους με σκοπό τους να ανακαλύψουν την ειρήνη. Από τη Μινωική Κρήτη έως το σημείο που αποπλέουν τα καράβια του Κολόμβου για να ανακαλύψουν το Νέο Κόσμο, με μερικούς ενδιάμεσους σταθμούς, παντού οι τέσσερεις αυτοί άνθρωποι βλέπουν μπροστά τους τον Μάστεμαν που χαρακτηρίζεται ως άγγελος θανάτου και προπομπός του πολέμου.

Πουθενά δεν μπορούν να βρουν καταφύγιο. Ό,τι οι άνθρωποι χτίζουν, εκείνος αργά ή γρήγορα το καταστρέφει. Την ίδια αγωνιώδη πορεία αναζήτησης έχει και ο Κόριμ. Τελικά ανακαλύπτει ότι η Νέα Υόρκη, το πολυπόθητο κέντρο του κόσμου είναι μία εκδοχή της Βαβέλ και ότι ο άνθρωπος ως άλλος Νεμρώδ μπορεί να εξουσιάζει τα πάντα εκτός από το δημιούργημά του. Συνεπώς και αυτή, όπως και οι σταθμοί των τεσσάρων ηρώων του χειρογράφου, θα καταστραφεί. Αναζητώντας καταφύγιο επιστρέφει στην Ευρώπη, για να καταλήξει σε ένα χωριό της Ελβετίας στην εμμονική αναζήτησή του για ένα έργο τέχνης που βρίσκεται σε κάποιο μουσείο. Εκεί δίνει τέλος στη ζωή του.
Η πλοκή πολύ λίγα αποκαλύπτει για τους επιδέξιους όσο και σχοινοτενείς χειρισμούς του συγγραφέα. Το βιβλίο βρίθει από θαυμάσιες επιμέρους σκηνές που αναπτύσσονται σε εξαιρετικό βάθος είτε από την οπτική του κεντρικού ήρωα, του Κόριμ είτε σε μικρότερο βαθμό από την σκοπιά των πάμπολλων προσώπων που συναντά στη διαδρομή του. Κατά κανόνα ο ήρωας μονολογεί εξαναγκάζοντας τους ανθρώπους που έρχεται σε επαφή να τον ακούσουν. Σταδιακά τα εμβόλιμα αυτά πρόσωπα από εντελώς αδιάφορα που στέκουν, αρχίζουν να επηρεάζονται από τις διηγήσεις του και τα λόγια του με αποκορύφωμα τον υπάλληλο του μουσείου στην Ελβετία που τον δικαιώνει για τις απεγνωσμένες προσπάθειες επικοινωνίας του και το είδος της σκέψης του αναρτώντας εις μνήμην του μια επιτύμβια στήλη στον τόπο της αυτοκτονίας του.

Έτσι όταν ο Κόριμ περιαυτολογεί ή αναλύει τις καταστάσεις που έχει βιώσει στους κατά κανόνα βουβούς ή στην καλύτερη περίπτωση αποστασιοποιημένους ακροατές του, ένας μικρός θησαυρός κρύβεται στα λόγια του. Άπειρες βαθιά φιλοσοφημένες σκέψεις για την Έξοδο, την Ομορφιά, τη Γνώση, τη Μάζα, τη Βία, την Αιωνιότητα, το Τέλος, μια ατελείωτη σειρά βασικών θεμάτων που διασπείρονται σε όλη την έκταση του βιβλίου και από μόνα τους αποτελούν μια ολοκληρωμένη σύμπραξη της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας.

Αν σε αυτά προσθέσει κανείς την διήγηση της ιστορίας του χειρογράφου και τις απόψεις που φέρονται να διατυπώνουν οι τέσσερις ήρωές του, τότε έχει μπροστά του μια εποποιία της σκέψης. Ένα τεράστιο υλικό που δύσκολα είναι χειρίσιμο από τον αναγνώστη, όχι τόσο εξαιτίας της ιδιομορφίας της γλώσσας του Ούγγρου συγγραφέα, όσο εξαιτίας των πάμπολλων θεμάτων που προσφέρονται προς διερεύνηση και κατανόηση. Σίγουρα μία ανάγνωση δεν είναι αρκετή για ένα τέτοιο βιβλίο.

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό είναι η χρήση της γλώσσας. Εξαιρετικά μακροπερίοδος λόγος-τελεία μπαίνει μετά από αρκετές σελίδες. Ένας λόγος όμως εύληπτος σχετικά με συνεχείς επαναλήψεις, που επιτρέπουν στον αναγνώστη να κατανοεί κάθε φορά κλιμακωτά μια επιπλέον στοιβάδα του θέματος που αναπτύσσεται.

Ο αναγνώστης με αυτόν τον τρόπο τίθεται στη θέση του Σίσυφου, ο οποίος ξεκινά από την αρχή να κουβαλά το βάρος της γνώσης, κατά τι όμως αυξημένο κάθε φορά. Κι όταν κάποτε φτάνει στην κορυφή, είναι τόσο το άχθος, που τα πόδια του βουλιάζουν και μένει εκεί, δεν κατρακυλά. Φτάνει στην κορυφή μόνο και μόνο για να πεθάνει δίχως καν την ελπίδα για μια νέα εξ αρχής προσπάθεια. Ο δε Κόριμ, όπως και οι ήρωες του χειρογράφου στο ταξίδι τους στο χρόνο βρίσκονται ακριβώς στην ίδια αυτή θέση του ιδιότυπου Σισύφου με τον αναγνώστη: Παντού πόλεμος, η ομορφιά πάσης φύσεως καταστρέφεται κάθε φορά από την αναγκαστική πτώση. Μοναδική ελπίδα η Δημιουργία (η Τέχνη μάλλον καταλαμβάνει μεγάλο μερίδιο), η ύψιστη έκφανση της οποίας είναι η θέαση και αποδοχή του αναπόφευκτου. Κέρδος δεν είναι -δεν μπορεί να είναι- η αναίρεση του Χάους. Ο Σίσυφος είναι εξ ορισμού καταδικασμένος.

Ο Κρασναχορκάι όμως τον πηγαίνει λίγο παραπέρα: στο σημείο όπου τα πόδια του βουλιάζουν στην κορυφή από τη συνειδητοποίηση του άχθους του αδιεξόδου και του Ερέβους, αλλά αυτό ακριβώς είναι που τον εμποδίζει να κατρακυλήσει πάλι στον πάτο. Αυτός εξάλλου είναι κατά μία έννοια ο σκοπός της τέχνης εν γένει, να μας δείξει πώς να αντικρίσουμε το Χάος δίχως να δειλιάσουμε και να κλείσουμε τα μάτια. Ίσως για αυτό ο Κόριμ επιλέγει να αυτοκτονήσει σε ένα μουσείο που στεγάζει κάποιο έργο τέχνης, το οποίο, αν και ποθεί ολόψυχα να δει πριν τερματίσει τη ζωή του, δεν τα καταφέρνει. Η Τέχνη, όπως πάντα μια πόρτα ανοιχτή, που μας αφήνει μονάχα να κρυφοκοιτάξουμε, ποτέ να εισέλθουμε.

Και το χειρότερο είναι πως ο Σίσυφος εξ αρχής γνώριζε το ουτοπικό των προσπαθειών του. Το βιβλίο δεν τελειώνει με την αυτοκτονία του Κόριμ. Τελειώνει με μια αριστουργηματική σκηνή από το παρελθόν του, πριν ξεβολευτεί από τη ζωή του στην πατρίδα του, όπου πυροβολεί το χέρι του. Το χέρι που γράφει. Το χέρι του συγγραφέα. Ο Κρασναχορκάι ξέρει εξ αρχής όχι μόνον το μάταιο της πορείας του ήρωά του, αλλά και το μάταιο της γραφής. Και ωστόσο γράφει. Γιατί ο Σίσυφος είναι ο Σίσυφος.

Ο Ούγγρος συγγραφέας λοιπόν, όπως τον αντιλήφθηκα, πέτυχε μια αγαστή σύμπλευση μορφής και περιεχομένου. Η γλώσσα του απολύτως συνεπής με το θέμα του. Ο ψυχαναγκασμός για συνέχιση της πορείας είναι παράλληλος με τον ψυχαναγκασμό που επιβάλλουν οι συνεχείς επαναλήψεις και ο υπερβολικά μακροπερίοδος λόγος του. Η κούραση του αναγνώστη από τη σχοινοτενή αφήγηση πρέπει να είναι ανάλογη με την κούραση των Σισύφιων ηρώων του.

Σε αυτό το σημείο ίσως αξίζει να αντιπαραθέσω την εκ διαμέτρου αντίθετη στάση απέναντι στα πράγματα του Κόλουμ ΜακΚαν στο τελευταίο του βιβλίο, «Υπερατλαντικός». Ο Ιρλανδός συγγραφέας έχει μια προσέγγιση πολύ πιο ανθρώπινη. Οι ήρωές του δεν είναι μοναχικοί -όχι τουλάχιστον με την κοινή έννοια-. Δεν γεννιούνται ούτε βαδίζουν μόνοι, όπως ο Κόριμ του Κρασναχορκάι. Συναποτελούν ένα πλέγμα που έχει τις ρίζες του στο παρελθόν και εξακτινώνεται στο μέλλον. Καθένας παίρνει τη σκυτάλη από τον προηγούμενο για να την παραδώσει στον επόμενο. Οι επιλογές κάθε προγόνου ή ατόμου που διασταυρώνεται μαζί τους, καθορίζει το μέλλον. Ένα μέλλον όμως που ο εκάστοτε ήρωας μπορεί να το στρέψει προς τα εκεί που νομίζει, να το πάει λίγο παραπέρα. Κανείς δεν είναι πραγματικά μόνος του. Η ζωή του φέρει το βάρος των προηγούμενων ζωών, των προγόνων. Κι όταν έρχεται η στιγμή που δεν υπάρχουν απόγονοι, η ζωή δεν σταματά, το έργο των προηγούμενων δεν πάει στράφι. Τη σκυτάλη παραλαμβάνει κάποιος άλλος, «ξένος», μα τόσο δικός. Αυτή η βαθιά ανθρώπινη στάση του Μακκαν, αυτή η παρηγορία που σταλάζει τόσο εύστοχα, είναι κάτι που λείπει παντελώς από τον απίστευτα σκληρό Κρασναχορκάι του «Πόλεμος και πόλεμος».

Ποιος είναι προτιμότερος; Αν πρέπει να τεθεί ένα τέτοιο ερώτημα, ίσως καλύτερα να τροποποιηθεί: Ποιος αντέχει τον Κρασναχορκάι;

Ο καθηγητής του πόθου, Φίλιπ Ροθ, Πόλις 2006

2284143936-thumb-largeΑναπόσπαστο στοιχείο του ύφους του Φίλιπ Ροθ σε όσα τουλάχιστον βιβλία του έχω διαβάσει, είναι η διερεύνηση της ουσίας μέσα από ερωτικές διαδρομές. Το ίδιο και στο «Ο καθηγητής του πόθου» που παρά τον τίτλο, που κάνει τους συνεπιβάτες στο μετρό να λοξοκοιτάζουν τον αναγνώστη του, η λαγνεία, όπου αυτή αποθεώνεται, δεν αποτελεί παρά ένα μέσο για να αναζητήσει ο συγγραφέας το νόημα.
Εδώ εκτός από τις ερωτικές περιπέτειες υπάρχει κι άλλος πυλώνας: η λογοτεχνία. Ο Ντέιβιντ Κέπες, ο κεντρικός του χαρακτήρας είναι καθηγητής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο και παρά τις περιορισμένες αμφιβολίες του για το νόημα αυτής της επιλογής του, δεν απεκδύεται αυτή του την ιδιότητα. Πράγματι οι ερωτικές του διαδρομές ακολουθούνται, ιδίως από ένα σημείο της αφήγησης και μετά, από τα λογοτεχνικά τους αντίστοιχα. Ερωτικός πόθος και λογοτεχνία λοιπόν ή πώς τα αναγνώσματα γίνονται στη ζωή του αναγνώστη απτή πράξη με τη γεύση της σάρκας.
Γιατί ο Κέπες, την πορεία του οποίου παρακολουθούμε από την εφηβεία έως περίπου τα σαράντα του, είναι ένας συνειδητός αναγνώστης που τα διαβάσματά του δεν είναι κάποιο απαραίτητο πολιτισμικό αξεσουάρ. Είναι συνοδοιπόροι του στον πραγματικά βιωμένο κόσμο του. Είναι η ζωή του που παρελαύνει πρόδρομα ή που ανακαλύπτει μεταγενέστερα στις σελίδες των βιβλίων που διαβάζει. Η λογοτεχνία ως αρωγός στην προσωπική επιλογή. Γιατί φυσικά ο Ροθ δεν είναι τόσο αφελής ώστε να παγιδεύσει τον ήρωά του σε μια προκατασκευασμένη πλατφόρμα από βιβλία που τον καπελώνουν. Διατηρεί την απόλυτη ελευθερία του. Τα βιβλία έρχονται να πλαισιώσουν τις κατακτημένες στην πράξη επιλογές του κι όχι να τον πάρουν από το χεράκι καθοδηγώντας τον με τη γονεϊκή-όσο και άχρηστη-συμβουλή τους. Ούτε πολύ περισσότερο να μείνουν κενό γράμμα που καταναλώθηκε από τον αναγνώστη και πέρασε χωρίς να αφήσει ουσιαστικό αποτύπωμα.
Το ίδιο φαίνεται πως κάνει ο συγγραφέας και στο «Ταπείνωση». Ο ηθοποιός αυτή τη φορά είναι ο κεντρικός του ήρωας, που δια βίου υποκρίνεται επιτυχώς μια σειρά από εναλλακτικούς ρόλους-εαυτούς, αλλά τώρα στη δύση του οφείλει να βρει τον πραγματικό του εαυτό. Και τον βρίσκει στην ακραία ερωτική του περιπέτεια. Αυτή τον διδάσκει μέσα από την απώλεια της τελευταίας αυτής ερωτικής του συντρόφου τον καλύτερο και απόλυτα ταυτισμένο με την πραγματικότητά του ρόλο της ζωής του: Το ρόλο που θέλει τον ηθοποιό να αυτοκτονεί αντικρίζοντας κατάματα το τέλος του.
Φαίνεται για άλλη μια φορά λοιπόν πως το βασικό θέμα του Ροθ είναι το αντίκρισμα που έχει στην πραγματική ζωή το μη πραγματικό, το φαντασιακό, είτε πρόκειται για βιβλία, είτε για ηθοποιία. Στο ερώτημα λοιπόν αν ο μύθος χτίζει την πραγματικότητα ή η πραγματικότητα το μύθο, ο συγγραφέας δίνει μια ξεκάθαρη και έντιμη απάντηση: μύθος και πραγματικότητα αλληλεπιδρούν διαμορφώνοντας την αλήθεια του καθενός. Τη μόνη αλήθεια.
Αυτό με προϋπόθεση ασφαλώς την επώδυνη και ανήσυχη πορεία. Και πώς αλλιώς; Είναι κοινός τόπος πως ο εφησυχασμός δεν είναι γνώρισμα ούτε της αληθινής ζωής ούτε της μυθοπλασίας. Στο «Ο καθηγητής του πόθου» ο ήρωας είναι ένας ενσαρκωμένος Διόνυσος που βιώνει αλλεπάλληλους θανάτους και αναστάσεις. Κάθε βήμα του προς μία καινούρια ερωτική περιπέτεια είναι μια ανάσταση, μια ελπίδα που μέλλεται με μαθηματική ακρίβεια να τον οδηγήσει αργά ή γρήγορα στο τέλος της αδιέξοδης σχέσης. Ο θάνατος συνοδεύεται πάντα από μια νέα αρχή, ένας άλλος τύπος γυναίκας ξεπροβάλλει, μια ανάσταση που περιμένει να κάνει τον κύκλο της για να καταλήξει και αυτή στο τέλος της.
Η φωνή της λογικής, ο Απόλλωνας που με το πέρασμα του χρόνου κερδίζει έδαφος, τον παροτρύνει να μείνει με την τελευταία στη σειρά γυναίκα που παρουσιάζεται στο βιβλίο, την Κλερ, ενσάρκωση επί γης της ευτυχίας. Η Κλερ διαθέτει και με το παραπάνω όλα εκείνα τα γνωρίσματα που θα μπορούσε να επιζητήσει ένας σύντροφος. Αυτή τη φορά η ανάσταση μοιάζει να είναι μόνιμη, ο κύκλος δε φαίνεται να κλείνει στην τελική και αναπόφευκτη κατάληξη του τέλους. Κι όμως ο Ντέιβιντ νιώθει «λες κι είναι ένα σώμα σε ελεύθερη πτώση, τόσο ανήμπορο όσο οποιοδήποτε μήλο, πίσω στο κτήμα, που κόβεται από το δέντρο και πέφτει προς τη γη που το τραβάει». Ο Διόνυσος μέσα του επιζητεί το τέλος. Το θάνατο. Η παντοκρατορία του ενστίκτου και των ταραγμένων παθών είναι για άλλη μια φορά παρούσα. Τον τραβούν στο σκοτάδι κάνοντας το απολλώνιο φως της Κλερ, της συντρόφου που υπόσχεται διαρκή και παραδείσια ευτυχία, να μοιάζει καταδικασμένο.
Ο ήρωας του Ροθ παγιδευμένος ανάμεσα στα δυο λογοτεχνικά σύμπαντα: από τη μία ο ανέραστος Κάφκα, που μάλλον απωθούσε τις επιτακτικές απαιτήσεις της σάρκας και των παθών λέγοντας πως οι πραγματικοί άντρες αρκούνται σε μισό λεμόνι και δεν χρειάζονται το λουκάνικο που καταβρόχθιζε με βουλιμία ο συνάδελφος του από το γραφείο που εργαζόταν. Από την άλλη ο Γιούκιο Μισίμα και η Άννα Καρένινα του Τολστόι: Εδώ το πάθος περισσεύει, η σάρκα πρυτανεύει, ο σκοτεινός Διόνυσος προελαύνει αδιαμφισβήτητος νικητής. Και ανάμεσα στο Κάφκα και το Μισίμα, οι νεαρές πόρνες της Πράγας που ισορροπούν θαυμαστά στην κόψη εργαζόμενες τη μέρα ως αξιοσέβαστες γραμματείς ή πωλήτριες. Και ο Διόνυσος και ο Απόλλωνας σε αγαστή ισορροπία μέσα τους. Αυτό πώς; αναρωτιέται ο Κέπες.
Την απάντηση θα την ανακαλύψει αναπάντεχα στο τέλος του βιβλίου, αλλά δεν είναι αυτή που θα ευχόταν. Ο πατέρας του και ο εβραίος φίλος του που επιβίωσε από τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι φιλοξενούμενοι του νεαρού ζευγαριού, του Ντέιβιντ και της Κλερ. Ο Ντέιβιντ διστάζει να δώσει ένα τέλος στη σχέση του με την τέλεια Κλερ, αλλά ο Διόνυσος μέσα του δεν έχει πεθάνει. Το μόνο που μπορεί να τον σκοτώσει είναι μια στέρεη υπόσχεση για αδιαπραγμάτευτη ευτυχία στο πλευρό της Κλερ που θα εξαφανίσει δια παντός από το προσκήνιο το τέλος. Ένας διαρκής παράδεισος.
Ο ηλικιωμένος Εβραίος φίλος του πατέρα του αφηγείται τη ζωή του που με διάφορα τερτίπια κατάφερε να ξεγελάσει το διαρκώς επικείμενο τέλος ακόμα και κοροϊδεύοντας τον εαυτό του, είτε επρόκειτο για το θάνατο που τον περίμενε από τους ναζί, είτε για το θάνατο από μοναξιά. Ο κ. Μπαρμπάτνικ, όπως είναι το όνομά του, παντρεύτηκε μια άλλη Κλερ και κατέκτησε επιτέλους τον απολλώνιο και φωτεινό παράδεισο όπου ο θάνατος, ο κάθε μικρός θάνατος, απουσιάζει. Ο Διόνυσος όμως παίρνει την εκδίκησή του: «…ο πιο δυσοίωνος ήχος που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, θα ακουστεί όπου να ’ναι από το δωμάτιο στο οποίο είναι ξαπλωμένοι ο κύριος Μπαρμπάτνικ κι ο πατέρας μου, μόνοι κι ασυγκίνητοι, καθένας κάτω από τα καθαρά σκεπάσματα του κρεβατιού του». Κι αυτός ο ήχος δεν σηματοδοτεί απλώς το τέλος πριν από μια νέα αρχή. Είναι ο επιθανάτιος ρόγχος, το οριστικό τέλος. Ο Ντέιβιντ ξέρει πια ότι είτε αφήσει την Κλερ είτε όχι, η κατάληξη θα είναι η ίδια. Όπως πάντα ο Διόνυσος έχει τον τελευταίο λόγο.