Ο ψίθυρος της Ευδοκίας, Χριστίνα Καράμπελα, Πόλις 2015

-ψίθυρος-της-Ευδοκίας-e1435739199460
Η Χριστίνα Καράμπελα επιτυγχάνει να μας δώσει με τον Ψίθυρο της Ευδοκίας, τη δεύτερη συγγραφική της απόπειρα, ένα μυθιστόρημα με ένα μεγάλο προσόν διόλου ευκαταφρόνητο και διόλου δεδομένο. Είναι γραμμένο κατά τρόπο που δύσκολα ο αναγνώστης το αφήνει από τα χέρια του. Ο ρυθμός ρέει αβίαστα χάρη στους πειστικούς και καλοδουλεμένους χαρακτήρες, που μάλιστα διαφοροποιούνται αρκούντως παρά την ακραία αντίθεσή τους.

Ο εξηντάρης διοικητής αστυνομικού τμήματος Πολίτης και η εικοσιπεντάχρονη υφισταμένη του Ελισάβετ Ξένου, εκτός από το ότι ανήκουν σε διαφορετικά φύλα, εκπροσωπούν δυο γενιές με μεγάλη απόσταση νοοτροπίας και τρόπου σκέψης. Η Καράμπελα κατορθώνει να μην τους παρουσιάσει παρόλα αυτά σαν καρικατούρες, ούτε πολύ περισσότερο σχεδόν ίδιους παρά τη σαφή τους αντίστιξη, εξαιτίας συγγραφικής αδυναμίας. Αντίθετα πλάθει με μεγάλη ευκολία δυο κόσμους που σταδιακά συγκλίνουν, όταν καλούνται να αντιμετωπίσουν το μυστήριο της εξαφάνισης μιας χαρτομάντισσας σε ώρα συνεδρίας με τρεις ηλικιωμένες.

Ο λόγος της σύγκλισής τους είναι η ολοένα και αυξανόμενη ανεπάρκεια της λογικής στην επίλυση του μυστηρίου. Αμφότεροι εξαναγκάζονται ασχέτως με την αρχική τους τοποθέτηση, να αποδεχτούν τον μετεωρισμό ανάμεσα στα γεγονότα της πραγματικής ζωής και στη μη εκλογίκευση της συναισθηματικής πρόσληψης των φαινομένων. Αυτός ακριβώς ο μετεωρισμός θα κάνει τους δυο ήρωες να αποδεχτούν την ανεπάρκεια της λογικής τους και τις εσωτερικές συναισθηματικές τους ελλείψεις, όσο και το μεταφυσικό-παραμυθικό άλογο, ως μια νέα πραγματικότητα στην οποία σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Κέρδος τους η επίγνωση πως ακόμα κι αν ακράδαντα πίστευαν περισσότερο ή λιγότερο μέχρι τούδε πως ένα και ένα κάνει δύο, ενίοτε αποδεικνύεται πως μπορεί το άθροισμα να μην είναι το αναμενόμενο.

Πώς το πετυχαίνει αυτό η συγγραφέας; Βασικό της εργαλείο είναι μια παράλληλη λαϊκότροπη αφήγηση (η οποία περιλαμβάνει λάμιες, και άλλα παραμυθικά μοτίβα), η οποία αφενός προοιωνίζει τη συνέχεια της κεντρικής αφήγησης, αφετέρου δυναμιτίζει τις απόπειρες των ηρώων να διαλευκάνουν τόσο το αστυνομικό μυστήριο, όσο και το μυστήριο της ζωής τους, τουλάχιστον με ορθόδοξο και αποδεκτό από την εποχή τους τρόπο. Το ενδιαφέρον στο εγχείρημα έγκειται στο ότι η συγγραφέας δεν αρκέστηκε σε μια λαϊκότροπη αφήγηση που μιμείται τις τεχνοτροπίες, τα μέσα και τη γλώσσα άλλων εποχών (όπως αρκετές φορές βλέπουμε σε άλλους σύγχρονους λογοτέχνες που χρησιμοποιούν διαλέκτους και ιστορικό φόντο αλλοτινών καιρών). Αλλά έγραψε ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στην εποχή μας με καθ’ όλα σύγχρονους ήρωες, φωτίζοντας το όμως με τα περασμένα παραμύθια άλλων εποχών.

Εκείνο που πετυχαίνει είναι να καταδείξει πώς το παλαιό, ασχέτως με την γλώσσα του τελικά, μπολιάζει το νέο ως ουσία. Πώς το μεταφυσικό, καλύτερα μη εξηγήσιμο, στοιχείο που τόσο καλά είχαν συλλάβει και αποδώσει τα λαϊκά παραμύθια, δεν εξαφανίστηκε, απλώς πήρε άλλη μορφή. Το δύσκολο εγχείρημά της στέφεται με επιτυχία εξαιτίας της συγγραφικής της δεξιοτεχνίας. Με την ίδια άνεση που γράφει λαϊκό παραμύθι, σκιαγραφεί την πατριαρχική φιγούρα του εξηντάρη διοικητή της αστυνομίας, όσο και την αντιδραστική νεαρή αστυνομικίνα. Γλώσσα και χαρακτήρες απολύτως πειστικοί και στις τρεις περιπτώσεις. Αν τώρα προσθέσουμε και τους επιτυχώς αποδοσμένους χαρακτήρες των τριών ηλικιωμένων γυναικών-μαρτύρων που ανακρίνονται για την εξαφάνιση του μέντιουμ, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για μια συγγραφέα που ξέρει πολύ καλά πώς να χειρίζεται το υλικό της και να υλοποιεί τις προθέσεις της.

Κλείνοντας να συμπληρώσω πως ασφαλώς η εξαφανισθείσα χαρτομάντισσα δεν ξέρουμε τι απέγινε, ούτε αν ανήκει στους ζωντανούς ή νεκρούς. Ή μάλλον τελειώνουμε την ανάγνωση με την σαφή αίσθηση πως πεδίο αναφοράς της είναι ο χώρος των νεκροζώντανων. Η αποκάλυψη δεν είναι spoiler alert. Είναι μία κατάληξη που η συγγραφέας χτίζει μεθοδικά εξ αρχής, ακριβώς για να εδραιωθεί μέσα μας ως δεδομένη.

Κίτρινο Ρώσικο Κερί, Κώστας Ακρίβος, Μεταίχμιο 2014

0010348_195
Δεν ξέρω αν μένει κάτι να ειπωθεί για το Κίτρινο Ρώσικο Κερί του Ακρίβου, που επανεκδόθηκε το 2014 από το Μεταίχμιο, ενώ είχε πρωτοβγεί από τον Κέδρο το 2001. Πολύ περισσότερο επειδή πρόκειται για ένα μυθιστόρημα του εμφυλίου, θέμα που παρά την επανεκκίνησή του από την εμβληματική Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού και τα πλείστα άλλα που ακολούθησαν, δεν φαίνεται να προωθεί παραπέρα την νεοελληνική λογοτεχνία. Όλο και περισσότερες φωνές δυσφορούν με τη θεματική του εμφυλίου, που αναδεικνύεται τόσα χρόνια μετά την παρέλευσή του βασική στόχευση των ελλήνων συγγραφέων, σαν να μας ταλανίζει ακόμα ο απόηχός του ή ακόμα χειρότερα σαν να μας καθορίζει την πορεία ως λαού. Σαν μετατραυματικό στρες αγνώστου διάρκειας.

Ωστόσο η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα εν έτει 2016, τόσο στο πολιτικό πεδίο με την αναζωπύρωση του θέματος ελλείψει άλλων προτάσεων, όσο και η αδυναμία μας να βρούμε λύσεις σε ποικίλα ζητήματα που να εξαιρούν την εσωστρέφεια, δείχνουν πως το θέμα του εμφυλίου δεν έχει πράγματι ξεπεραστεί και κατά συνέπεια δεν απασχολεί άδικα τόσο έντονα την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή.

Το μυθιστόρημα του Ακρίβου εκτός από σχετικά ολιγοσέλιδο, καταφέρνει να μας δώσει μια οπτική του εμφυλίου μέσα από τις επιστολές των κατοίκων ενός χωριού προς τον αριστερό αντάρτη Στέργιο που κατέφυγε στην Τασκένδη. Η μάνα του, ο πατέρας του, τα αδέλφια του, τα ανίψια που ποτέ δεν γνώρισε, η συντοπίτισσα και συντρόφισσα του βουνού που άφησε πίσω του, όλοι αυτοί προσπαθούν απεγνωσμένα να κρατήσουν στέρεο το νήμα που τους ενώνει με τον πρόσφυγα, χωρίς να τα καταφέρνουν. Εκείνος παντρεύεται μια Ρωσίδα και κάνει οικογένεια μαζί της, μένει πιστός στις αριστερές του ιδέες χωρίς να ενδιαφέρεται να γυρίσει πίσω, αδιαφορεί για την ερωτική του σύντροφο στο βουνό. Το νήμα καθώς περνούν τα χρόνια φθείρεται αφήνοντας μια παγερή αίσθηση.

Ο Ακρίβος θέλοντας να δείξει ακριβώς αυτήν την αποστασιοποίηση και την έλλειψη επικοινωνίας παρά τις απεγνωσμένες και συναισθηματικά φορτισμένες επιστολές της οικογένειας προς τον πολιτικό πρόσφυγα, παραθέτει ανάμεσα στα γράμματά τους αυθεντικά κείμενα από εφημερίδες της εποχής με ειδήσεις όχι μόνον από την Ελλάδα αλλά και παγκόσμιες, δελτία προπό, αποσπάσματα από τον Μικρό Ήρωα και αργότερα από τον διάδοχό του το Μικρό Σερίφη, σελίδες του Καζαμία, χωρία από αναγνωστικά.

Όλα τους δεικνύουν την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στην εσωστρεφή αναμόχλευση των συναισθημάτων και την εμμονική προσήλωση στο να μην κοπεί το νήμα που τους συνδέει με τον Στέργιο, τη στιγμή που τα πράγματα αλλάζουν, η ζωή προχωρά και ο υπόλοιπος κόσμος πάει στο φεγγάρι. Αναπόφευκτα βέβαια το νήμα κόβεται, αν και μονομερώς από την πλευρά του Στέργιου. Αυτός τράβηξε το δρόμο του, οι υπόλοιποι μείνανε να παλεύουν με τα φαντάσματα. Αγνοώ αν αυτή ήταν η πρόθεση του Ακρίβου, ωστόσο μια τωρινή ανάγνωση του βιβλίου, θα μπορούσε να στηρίξει μια τέτοια ερμηνεία, ακόμα κι αν ο συγγραφέας ουδόλως δεν την είχε σκεφτεί.

Σε κάθε περίπτωση το Κίτρινο Ρώσικο Κερί είναι αξιανάγνωστο, όχι μόνον γιατί προσφέρεται για ερμηνείες που συνδέονται άμεσα τελικά με το σήμερα –ποιος να το περίμενε τόσα χρόνια μετά τον εμφύλιο;-, αλλά και επειδή είναι θαυμάσια γραμμένο, και ως προς το απόλυτο ταιριαστό με τα πρόσωπα ύφος των επιστολών, και ως προς την εξαιρετική του ιδέα να παρεμβάλλει αυτούσιες πηγές της εποχής. Και αυτές, σε αντίθεση δυστυχώς με τις επιστολές, δείχνουν πως τα πράγματα εξελίσσονται. Αδιάφορα αν είναι προς το καλό ή το κακό. Πάντως αλλάζουν. Όχι όμως και όσοι εμμένουν στον απόηχο του εμφυλίου, όπως τα πρόσωπα που συγγράφουν τις επιστολές.

Αυτή ακριβώς η απόσταση που έτσι δεξιοτεχνικά παρουσιάζεται είναι που κάνει το μυθιστόρημα του Ακρίβου να έχει πράγματι κάτι να καταθέσει παρά το χιλιοειπωμένο θέμα του.

Δημοκρατία (graphic novel), Αλέκος Παπαδάτος, Ίκαρος 2015

9789605720728-1000-1126077
Τα κόμικς σε γενικές γραμμές παραπέμπουν σε πιο εύπεπτα αναγνώσματα. Μέχρι πριν κάποια χρόνια δύσκολα θα παρέπεμπαν σε λογοτεχνία. Η αλήθεια είναι πως ένα μυθιστόρημα αποδοσμένο σε εικόνες, αν είναι αξιόλογο, ταιριάζει θαυμάσια στην εποχή μας και τους εντατικούς της ρυθμούς που θέλει την ανάγνωση να υποχωρεί και την εικόνα μετά λεζάντας να θριαμβεύει. Όπως και να έχει, η δουλειά των Αλέκου Παπαδάτου, Αβραάμ Κάοουα και Annie Di Donna, το graphic novel Δημοκρατία, απερίφραστα ανήκει στη λογοτεχνία και μάλιστα αποτελεί αξιόλογο δείγμα της.

Δεν είναι το πρώτο του είδους. Έχει προηγηθεί το Logicomix του Απόστολου Δοξιάδη, στο οποίο συμμετείχε ο Παπαδάτος αντλώντας προφανώς πολύτιμη εμπειρία. Παλιότερα δε Οι Δραπέτες της Σκακιέρας του Ευγένιου Τριβιζά, μολονότι για παιδιά (και όχι μόνο), είχε θέσει ήδη αρκετά ψηλά τον πήχη. Και τώρα η Δημοκρατία, άξιος συνεχιστής στα καθ’ημάς μιας παράδοσης που έχει αρχίσει να διαφαίνεται.

Η ιδέα να μιλήσει κανείς για τη γένεση της δημοκρατίας και τον Κλεισθένη ακούγεται εν πρώτοις κάπως απλή και παρωχημένη, και αυτά ακριβώς είναι που αυξάνουν τις δυσκολίες του εγχειρήματος. Οι δημιουργοί έχοντας προφανώς υπόψη τους τα εμπόδια φρόντισαν να τα υπερβούν παρουσιάζοντάς μας ένα έργο εξαιρετικά επίκαιρο και διόλου απλοϊκό.
Η ενηλικίωση ενός νεαρού Αθηναίου στα χρόνια του Κλεισθένη συμπίπτει με την ενηλικίωση του πολιτεύματος στην αρχαία Αθήνα. Έξοχος παραλληλισμός που δουλεύει θαυμάσια στην υλοποίησή του πετυχαίνοντας δύο πράγματα: αφενός ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία του ατόμου προς την ωρίμανση με όσα εμπόδια και παλινδρομήσεις αυτό συνεπάγεται, κάτι που τον αφορά προσωπικά και άμεσα. Αφετέρου βλέπουμε το ακριβές αντίστοιχο αυτής της ατομικής πορείας να προβάλλεται στο πολίτευμα κατά τρόπο ώστε να διαφανεί ότι το άτομο έχει τις δικές του ευθύνες στην ωρίμανση του πολιτεύματος.

Πολλά άτομα συνιστούν μια κοινωνία που παρά τις διαφοροποιήσεις των μελών της, η κοινή τους συνισταμένη είναι αυτή που τελικά θα μορφοποιήσει το πολίτευμα. Από την άλλη πλευρά καταδεικνύεται πως και ο κάθε μεμονωμένος πολίτης, όπως ο μυθιστορηματικός Λέανδρος, εξαρτά την ενηλικίωσή του ακριβώς από την μεγαλύτερη ή μικρότερη ωριμότητα του πολιτεύματος. Μπορεί η αλληλεπίδραση ατόμου –πολιτεύματος να φαντάζει σαν σχολική έκθεση ιδεών, ωστόσο είναι τόσο προσεκτικά χτισμένη μέσα από το σενάριο και το κείμενο του βιβλίου, που ωθεί τον αναγνώστη να την ξαναανακαλύψει, αυτή τη φορά με την ομορφιά που αξίζει στην ιδέα.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο ευφυείς ατάκες και βαθύτερες σκέψεις με τις οποίες είναι διανθισμένο το graphic novel, αποκτούν βαρύτητα λόγω της αναγκαστικής επιγραμματικότητάς τους. Σε ένα κόμικ δεν χωρούν πολλά λόγια, συνεπώς όσα θα ειπωθούν πρέπει να είναι μεστά και να κινητοποιούν άμεσα τον αναγνώστη. «Δεν φοράνε μάσκες μόνο οι ηθοποιοί. Εκείνοι καλύπτουν τα πρόσωπά τους για να δούμε καλύτερα ποιοι είναι. Εμείς τα καλύπτουμε για να κρυφτούμε». Αλλού, «Εμείς επευφημούμε όταν μας το ζητούν, εμείς πολεμάμε όταν μας το ζητούν, κι αυτοί μόνο ζητούν». Οι εικόνες και η πλοκή συμπληρώνουν τα υπόλοιπα, πλην όμως ο λόγος, αν και περιορισμένος λόγω του είδους του βιβλίου, είναι λόγος εξαιρετικά δουλεμένος και ουσιαστικός.

Επιπλέον δίνεται σταθερά η εντύπωση πως ναι μεν η αμφίεση και τα οικοδομήματα ανήκουν σε μια άλλη εποχή, οι άνθρωποι όμως σκέφτονται και λειτουργούν με τις ίδιες αδυναμίες και παρόμοιους τρόπους όπως οποιοσδήποτε άνθρωπος ανεξαρτήτου χρόνου. Συνεπώς τα πρόσωπα στη Δημοκρατία ακόμα και κάτω από χιτώνες, μας είναι αφόρητα οικεία. Η σχέση φωτός-σκότους ή αν προτιμάται Απολλώνιου και Διονυσιακού πνεύματος, όπως μας το παρουσίασε ευκρινέστατα ο Νίτσε στο Η Γέννηση της Τραγωδίας, όχι μόνο είναι αρκούντως αφομοιωμένη από τους δημιουργούς ώστε να διαπερνά τα λόγια και τις πράξεις των ηρώων, αλλά επιπλέον παρουσιάζεται με ξεκάθαρο όσο και εύσχημο τρόπο σε όνειρο του Λέανδρου. Εκεί η Αθηνά και ο Απόλλωνας συνομιλούν με το Διόνυσο, όλοι τους με τη μορφή σημερινού ανθρώπου παίρνοντας έτσι από το χεράκι τον αναγνώστη και κάνοντας εντελώς κατανοητές τις προθέσεις των δημιουργών. Ο δε εγκιβωτισμός του ονείρου γίνεται με τόση δεξιοτεχνία που ο αναγνώστης δεν προσβάλλεται που του εξηγούν σε τέτοιο πια βαθμό. Ίσα-ίσα απολαμβάνει κιόλας το εύρημα…

Έτσι λοιπόν η αίσθηση που δίνεται και σε ατομικό επίπεδο και σε επίπεδο πολιτεύματος (όπου θίγεται σαφέστατα το θέμα του λαϊκισμού), είναι πως είτε βρισκόμαστε στην αρχαία Ελλάδα των αρχών του 5ου αι. π.Χ. είτε στη σύγχρονη, δεν αλλάζουν και πολλά πράγματα. Παράλληλες σκέψεις, προβλήματα και αντιδράσεις. Με μια δυστυχώς διαφορά. Τότε υπήρξε ένας Κλεισθένης που έπιασε το σφυγμό της εποχής και ήταν αρκετά ικανός ώστε να παρέμβη καταλυτικά. Διαφορετικά, όσο ώριμες και αν ήταν οι περιστάσεις, θα αργούσε πολύ να γεννηθεί η δημοκρατία, ίσως ακόμα και να μην γεννιόταν καθόλου, μιας και οι Πέρσες θα ακύρωναν κάθε κυοφορία της νικώντας στη μάχη του Μαραθώνα.

Ο καταλύτης λοιπόν. Το άριστο άτομο, που με τη διορατικότητα και τις ικανότητές του θα πυροδοτήσει τον μηχανισμό. Ας μην ξύνουμε πληγές σε μια σύγχρονη Ελλάδα όπου η αριστεία καταλήγει ρετσινιά και θεσμοθετείται ως τέτοια. Εξάλλου ανέκαθεν στη χώρα μας οι άριστοι εξοστρακίζονταν. Το μεγάλο στοίχημα παραμένει αν κάποιος τους αποδειχτεί αρκετά εφευρετικός ώστε να παρακάμψει τη δυσκολία και να δράσει ως καταλύτης.

Καταλήγοντας. Άρτια δουλειά η Δημοκρατία. Άρτια πέρα από κάθε προσδοκία. Και στις ιδέες που τη διαποτίζουν, βαθιά αφομοιωμένες, και στις συρραφές τους που δεν φαίνονται διόλου, και στο σεναριακό χειρισμό που δουλεύει άψογα με όρους αφηγηματογραφίας, και στην λογοτεχνική απόδοση σαφώς υποβοηθούμενη από τις καλαίσθητες εικόνες με όρους κόμικ. Ένα πραγματικό λογοτέχνημα που αφήνει ικανοποιημένο τον αναγνώστη που δεν θέλει να χάσει το χρόνο του.

Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες, Ηλίας Παπαμόσχος, Κίχλη 2015

thumbnail
Παπαμόσχο δεν έχω ξαναδιαβάσει ώστε να είμαι σε θέση να διακρίνω μια εξελικτική ή λιγότερο εξελικτική πορεία στο έργο του. Αυτό είναι το πέμπτο του βιβλίο. Ωστόσο πέρα από συγκρίσεις με προγενέστερα έργα, πέρα κι από το όνομα του οποιουδήποτε συγγραφέα που κουβαλάει μία κάποια στάμπα, σκέφτομαι πως το προτιμότερο όλων είναι να διαβάζει κανείς ένα βιβλίο στα τυφλά, καλύπτοντας (θεωρητικά τουλάχιστον) το όνομα, αρνούμενος να δει ακόμα και τη φωτογραφία, το βιογραφικό ή την εργογραφία στο αυτί του εξώφυλλου ή σε αναζητήσεις στο διαδίκτυο. Κι ακόμα περισσότερο αγνοώντας πριν το διαβάσει, τις κριτικές (επαγγελματιών ή ερασιτεχνών), όπως και τον εκδοτικό οίκο ή το εξώφυλλο που αναπόφευκτα κι αυτά με τη σειρά τους προκαταβάλλουν τον αναγνώστη. Ένα κείμενο πρέπει -για να μην πω επιβάλλεται- να μιλάει από μόνο του δίχως άλλους θορύβους. Μόνο τότε θα φανεί η όποια αξία του: από την απροκατάληπτη συνομιλία που θα έχει μαζί του ο αναγνώστης. Τότε γιατί υπάρχει αυτό εδώ το ερασιτεχνικό ιστολόγιο που αποπειράται να πει τη γνώμη του για κάποια από τα λογοτεχνήματα που διαβάζει ο διαχειριστής του;
Με δυο λόγια η απάντηση -μιας και το θέμα του ποστ εξακολουθεί παρά τα φαινόμενα να είναι «Η Αλεπού της σκάλας»- :
πρώτον επειδή οι όποιες απόπειρες καταγραφής των εντυπώσεων διευκολύνουν αυτόν τον ίδιο τον αναγνώστη του στην καλύτερη κατανόηση. Μπροστά σε μια κόλλα χαρτί μπαίνουν οι σκέψεις αναγκαστικά σε σειρά.
Δεύτερον γιατί οι σκέψεις αυτές ίσως φανούν χρήσιμες σε κάποιον που έχει ήδη διαβάσει το βιβλίο και έχει ήδη προλάβει να σχηματίσει τη δική του γνώμη χωρίς να καπελωθεί. Και όταν λέω «χρήσιμες», εννοώ πως μπορεί να του δώσουν μια διάσταση που δεν είχε αντιληφθεί.
Για το «Η Αλεπού της σκάλας» τώρα δίχως άλλες παρεκβάσεις (που εξάλλου θα μπορούσαν να αποτελέσουν το θέμα μιας ξεχωριστής ανάρτησης).

Τα μικρά διηγήματα της συλλογής, που λίγο ακόμα και θα μπορούσε κάποιος να τα χαρακτηρίσει μικρή φόρμα, τα έχω διαβάσει αρκετές βδομάδες νωρίτερα, αλλά προτίμησα να αφήσω ένα διάστημα να περάσει πριν καταγράψω τις εντυπώσεις μου, ώστε αυτές να καταλαγιάσουν και να δω τι έμεινε.

Η πρώτη διαπίστωση όσον αφορά στη θεματολογία του, είναι πως δεν μου έμεινε τίποτα με την έννοια τουλάχιστον ότι αδυνατούσα να θυμηθώ ένα κάποιο επεισόδιο εκτός από αυτό που έχει δώσει τον τίτλο του στο βιβλίο και αναπόφευκτα εξαιτίας αυτού το πρόσεξα περισσότερο. Πρόκειται βεβαίως για χαμηλόφωνα στιγμιότυπα της καθημερινότητας κυρίως της επαρχίας, για μικρά, πολύ συχνά εντελώς κοινότυπα πράγματα.

Εμφανώς τα κείμενα δεν ποντάρουν στο ξεχωριστό και ιδιαίτερο που τραβάει την προσοχή, με άλλα λόγια στο εξαιρετικό, αλλά στο λίγο, κάποιες φορές ακόμα και ελάχιστο. Ένα ελάχιστο που φιλοδοξεί να ανασυρθεί από την ασημαντότητά του λόγω της ιδιαίτερης και ευαίσθητης οπτικής που αντιμετωπίζεται. Μια ταριχευμένη αλεπού, ένας διωγμένος σκύλος, λιβελούλες που ερωτοτροπούν, ένα πληγωμένο πουλί αποτελούν μεταξύ άλλων πιο «αστικών» θεμάτων, κεντρικά μοτίβα. Για την ακρίβεια δεν είναι το κυνήγι και τα πλείστα ζώα το θέμα αυτό καθ’ εαυτό, αλλά το συναίσθημα και οι περαιτέρω σκέψεις που αυτά γεννούν στον συγγραφέα.

Καμία αντίρρηση έως εδώ. Εξάλλου και η εποχή μας φαντάζει εσωστρεφής και ενδοσκοπική, και ίσως και να είναι. Διαφορετικά, αν ο δημιουργός ασχοληθεί με κάπως πιο μεγαλεπήβολα θέματα, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ρετρό. Αλλά από το σημείο αυτό έως την αχλή που καλύπτει το «Η αλεπού στη σκάλα» υπάρχει μια απόσταση
.
Για παράδειγμα ο Σκαμπαρδώνης στο πρόσφατο «Νοέμβριος» κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με τον Παπαμόσχο, αλλά οι μικρές του λεπτομέρειες (των εξίσου μικρών του διηγημάτων) φωτίζονται με τόση ευκρίνεια και ένταση, που, παρόλο που έχει περάσει πολύς καιρός που τις διάβασα, τις θυμάμαι όλες μία προς μία. Και μάλιστα σε ανύποπτες στιγμές. Ομολογώ πως οι ιστορίες του Παπαμόσχου είναι αρκετά διεισδυτικές και τρυφερές, κάποτε αρκούντως άγριες για να μη χαρακτηριστούν υποτονικές. Δεν είναι του πεταμού. Ίσα ίσα είναι αξιοπρόσεκτες, γι’ αυτό κάνω τον κόπο να καταγράψω εδώ τις εντυπώσεις μου.
Ο πλάγιος φωτισμός τους είναι θεσπέσιος. Προφανώς μιλάμε για ευαίσθητη πένα που αντιλαμβάνεται τους υποδόριους κραδασμούς. Είναι όμως αρκετό αυτό, αν μιλάμε για πραγματικές απαιτήσεις; Δεν ξέρω αν θα κάνω τον κόπο να καταλάβω για ποιο λόγο θυμάμαι τόσο έντονα τα διηγήματα του Σκαμπαρδώνη (για να μιλήσω μόνο για σύγχρονους νεοέλληνες), αλλά έχω μια γενική και θολή εικόνα για αυτά του Παπαμόσχου. Μα να μη μου έχει μείνει στο μυαλό λίγες βδομάδες μετά ούτε ένα παρά τον καλόγουστο και εντός εποχής υποφωτισμό τους;

Πιθανώς να συνέτεινε και το μετέωρο ύφος του. Για την ακρίβεια ούτε αυτό, όσο τα μότο με στίχους του Αναγνωστάκη που εμφανίζονται σε κανά δυο μικρές φόρμες. Εξηγούμαι πρώτα απ’ όλα ως προς το μετέωρο: η γραφή του δίχως ξόμπλια, ακριβής και καθαρή. Τουλάχιστον στην αρχή. Έως εδώ καλά. Κάλλιστα. Στη συνέχεια παρεισφρέουν στοιχεία κακώς εννοούμενης ποιητικότητας που θολώνουν το ύφος του και αφήνουν ενεό τον αναγνώστη. Δεν είναι κακή η εναλλαγή κοφτών πεζών φράσεων με εμβόλιμα ποιητικά στοιχεία, όπου τουλάχιστον αυτά απαιτούνται για να μας μεταγγίσει ο συγγραφέας την ιδιαίτερη συναισθηματική ή πνευματική κατάσταση. Μόνο που τα ποιητικά κομμάτια –και ως τέτοια εννοώ όσα έχουν ρυθμό-, φαντάζουν φορτωμένα με πολλά επίθετα και καλολογικά στοιχεία, για να μην μιλήσουμε για τις παρομοιώσεις. Αγνοώ αν έχω επηρεαστεί από τον Αναγνωστάκη που εννοούσε την ποίηση λιτή δίχως ίχνος βαρύτιμα στολίδια και μεταφορές ή σήμερα από τον Χάρη Βλαβιανό που μεταφέρει ύψιστη συγκίνηση δίχως κανένα συναισθηματισμό επιθέτων και καλολογικών. Αλλά η αναφορά σε στίχους του Αναγνωστάκη από κάποιον που γράφει σαν την Κική Δημουλά (ασχέτως αν ενίοτε εκτιμώ και την ποίηση της Δημουλά), με ξένισε.
Παράδειγμα:
Μου είπες: οι αναμνήσεις είναι η ζωή. (Μανόλης Αναγνωστάκης, ΥΓ.)

Χαμένα μες στα πλουμιστά κλαριά είναι τα κοτσύφια την άνοιξη, του χειμώνα τα ρόδια μαύρα σιωπηλά μπαλσαμωμένα κοτσύφια το δείλι. (Παπαμόσχος σ. 40)

Αναγνωστάκης: 0 κοσμητικά επίθετα
Παπαμόσχος: 4 κοσμητικά επίθετα

Απλώς η τέτοιου είδους ποιητικότητα που σταδιακά αυξάνεται στο «Η αλεπού της σκάλας» όσο προχωράνε οι σελίδες, με κούρασε. Αφενός γιατί τη βλέπω κάπως παρωχημένη ή έστω υπερβολική, αφετέρου επειδή θα προτιμούσα μια πιο ξεκάθαρη όσο και ευανάγνωστη χρήση της ποίησης, γιατί όχι ακόμα και με τη μορφή στίχων, όπου το πράγμα παραγίνεται «ποιητικό». Ίσως έτσι να το αντιμετώπιζα πιο θετικά.

Στα ίδια αποσπάσματα δε όσον αφορά στις περιγραφές της φύσης:
Αναγνωστάκης: 0 κλασικές περιγραφές της φύσης
Παπαμόσχος: κλαριά, κοτσύφια, άνοιξη, χειμώνας, ρόδια
Θα μπορούσε ασφαλώς κάποιος να ανιχνεύσει παπαδιαμαντικές επιρροές στον Παπαμόσχο, που σε πολλά από τα διηγήματά του η φύση αποκτά χαρακτήρα καθοριστικό. Καθόλου κακό ή αταίριαστο αυτό. Μόνον που οι ενίοτε βαρυφορτωμένες περιγραφές της φύσης δεν μου πέρασαν προσωπικά τουλάχιστον εικόνες ικανές να με αγγίξουν συναισθηματικά.

Και τώρα που κατέγραψα τις βασικές κρίσεις μου για το εν λόγω βιβλίο, θα αποπειραθώ να διαβάσω τις όποιες κριτικές έχουν ήδη γραφεί. Εύχομαι να προσθέσουν κάτι στην ματιά μου ή ακόμα και να την αλλάξουν.

Γιάκομπ φον Γκούντεν, Robert Walser, Ροές 2012

Giakomp_fon_Gkounten_-_robert_walser11
Ένας νεαρός αριστοκράτης εγκαταλείπει το σπίτι του, για να γίνει οικότροφος στο Ινστιτούτο Μπενζαμέντα, μία σχολή για υπηρέτες.

Το παράδοξο σε αυτό το μικρό μυθιστόρημα του Βάλζερ, ενός λογοτέχνη που ανακαλύφθηκε και καθιερώθηκε όψιμα ως μία από τις πιο σημαντικές φωνές του 20ου αι. , δεν είναι η μετάπτωση από μια υψηλή τάξη σε μία χαμηλή. Πολύ σωστά επισημαίνεται στο θαυμάσιο επίμετρο πως υπήρχε ήδη μία τέτοια τάση στη λογοτεχνία της εποχής λίγο πολύ. Το ενδιαφέρον δεν έγκειται καν στη γραφή του Βάλζερ, που, ομολογώ, αν και μικρό βιβλίο, υπήρχαν στιγμές που κάπως με κούρασε η ημερολογιακή καταγραφή του οικότροφου. Ούτε η παραδοξότητα έγκειται στο τέλος, που μολονότι απροσδόκητο για την έως εκείνη τη στιγμή πλοκή, παραπέμπει σε έναν ρομαντικό αλλά ξεπερασμένο πια για την εποχή εξωτισμό. (Το «Γιάκομπ φον Γκούντεν» γράφτηκε το 1909).

Το αληθινά παράξενο είναι η απροσδιοριστία του ήρωα, ο οποίος διατυπώνει μια άποψη ή διαλέγει μια στάση ζωής την οποία σχεδόν ταυτόχρονα αναιρεί. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά στο μοντέλο του αναξιόπιστου αφηγητή; Μια δεύτερη πιο προσεκτική ματιά δεν συνηγορεί υπέρ αυτού. Ίσα-ίσα δίνεται στον αναγνώστη η εντύπωση πως ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να χρησιμοποιήσει ένα λογοτεχνικό τέχνασμα, αυτό του αναξιόπιστου αφηγητή, τουλάχιστον όχι συνειδητά. Όσα είναι γνωστά από το βίο του Βάλζερ, αλλά και κάποιου είδους αμεσότητα και φυσικότητα των αντιφάσεων του ήρωα που ξεδιπλώνεται στο βιβλίο, πείθουν πως εδώ δεν πρόκειται περί τεχνικής απλώς.

Πρόκειται για μια αυθεντική περίπτωση συγγραφέα όσο και ήρωα, που βαδίζει διαρκώς στην κόψη κάθε πράγματος: στάσης ζωής, επιλογών και αποφάσεων, θέασης του κόσμου, λέξης. Δεν εννοώ πως παρουσιάζεται αναποφάσιστος. Ένας αναποφάσιστος γνωρίζει τις επιλογές, απλώς δυσκολεύεται να επιλέξει. Εννοώ πως ο Γιάκομπ φον Γκούντεν βιώνει ταυτόχρονα αντιθετικές καταστάσεις. Δεν στέκει ενεός ανάμεσα σε διαφορετικά πράγματα. Τα ζει και τα δύο. Αυτή η ιδιόμορφη σύγκλιση αντιθέτων στο πρόσωπο του νεαρού οικότροφου του Ινστιτούτου Μπενζαμέντα είναι που κατά τη γνώμη μου κάνει το έργο άξιο για ανάγνωση.

Αριστοκράτης και υπηρέτης με συναίσθηση της ανωτερότητας της τάξης από την οποία προέρχεται. Επιθυμεί διακαώς να συντρίψει την έπαρσή του επαναλαμβάνοντας πως είναι ασήμαντος, ένα τίποτα, όπως διδάσκονται να είναι όλοι οι μαθητευόμενοι υπηρέτες του Μπενζαμέντα, αλλά την ίδια στιγμή οι πράξεις του, τα λόγια του, οι σκέψεις δηλώνουν το αντίθετο.

Θεωρεί σκληρό και άξεστο τον διευθυντή της σχολής, τον κύριο Μπενζαμέντα, αλλά ταυτόχρονα τον θαυμάζει και τον αποκαλεί σπουδαίο, έναν βασιλιά, έστω και έκπτωτο, που αντιμετωπίζει με δέος όσο και με θράσος. Γιατί ο μαθητευόμενος υπηρέτης Γιάκομπ φον Γκούντεν που αποποιήθηκε την αριστοκρατική του καταγωγή, ναι μεν έχει υψώσει τον διευθυντή του ιδρύματος στην σφαίρα της αυθεντίας και της απόλυτης πατριαρχικής φιγούρας που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, αλλά παράλληλα διασκεδάζει να τον προκαλεί με την αυθάδειά του. Ο ίδιος ο διευθυντής του Ινστιτούτου Μπενζαμέντα παρουσιάζεται ως ένας παραδόπιστος κι άκαμπτος συναισθηματικά άντρας, που λίγο μετά ή σχεδόν παράλληλα ξεσπά σε ανυπόστατες λυρικές εξάρσεις με αποδέκτη το πρόσωπο του νεαρού μαθητευόμενου, εξάρσεις που παραπέμπουν περισσότερο σε εξομολόγηση ενός εφήβου προς το ιδεατό ερωτικό του αντικείμενο.

Επιπλέον ο Γιάκομπ φον Γκούντεν είναι ερωτευμένος με τη δεσποινίδα, δασκάλα και αδελφή του διευθυντή, αλλά ο θάνατος της (από απουσία έρωτα όπως μάλιστα δηλώνει η ίδια) αντί να τον συνταράξει, τον αφήνει αδιάφορο.

Χλευάζει τον συμμαθητή του τον τυπολάτρη Κράους, τον ταγμένο στην ψυχή να γίνει υπηρέτης, αλλά πραγματικά θεωρεί μεγάλη απώλεια την ενδεχόμενη αποχώρησή του από το Ινστιτούτο.

Κάθε ιδέα, δράση, λόγος του ήρωα εκτίθεται παράλληλα με το αντίθετο του χωρίς πρώτα να καθαιρείται το προηγούμενο. Απλώς συνυπάρχουν παρά την έκδηλη αντιφατικότητά τους.

Αγνοώ πώς ακριβώς ορίζεται η σχιζοφρένεια, ωστόσο ίσως έχει κάποια σημασία ότι ο συγγραφέας είχε διαγνωστεί ως σχιζοφρενής και είχε εγκλειστεί σε ψυχιατρείο. Μια τέτοια εξήγηση της ιδιότυπης στάσης του Γιάκομπ φον Γκούντεν είναι μάλλον άδικη για το έργο του Βάλζερ από την άποψη πως ακόμα κι αν η ασθένειά του έχει επηρεάσει τα χαρακτηριστικά του ήρωά του, αυτό ίσως είναι αδιάφορο από λογοτεχνικής πλευράς. Τότε τι ακριβώς θα έπρεπε να ενδιαφέρει τον αναγνώστη; Τι είναι αυτό που κερδίζει;

Πιθανώς την ένταση που κρύβει η απροσδιοριστία και η διχασμένη προσωπικότητα του ήρωα. Μια ένταση που θυμίζει ποίηση και που δεν μπορεί να ερμηνευτεί με στενά λογοτεχνικούς όρους ή με τον πήχυ της στεγνής λογικής προσέγγισης. Ένα μικρό παράθυρο σε έναν ακατανόητο κόσμο απροσδιοριστίας και ιδιότυπου μετεωρισμού που μπορεί μεν να ξενίζει τον αναγνώστη, αλλά γοητεύει και ως ένα βαθμό παρασύρει σε αλλότρια μέρη, εκεί που το έδαφος χάνεται κάτω από τα πόδια και ένα δυσάρεστο άκισμα κινητοποιεί την ψυχή. Άγνωστο προς πια κατεύθυνση, αλλά κινητοποιεί. Ίσως αυτό να είναι υπολογίσιμο κέρδος, αν και διόλου απτό και ξεκάθαρο.

Από την άλλη μήπως απλώς πρόκειται για έναν υπερεκτιμημένο συγγραφέα που ανέσυρε κάποιου είδους λογοτεχνική μόδα και η καθιερωμένη κριτικογραφία; Εντυπωσιάστηκα όταν τόλμησα να πω στον βιβλιοπώλη ότι δεν έχω διαβάσει Βάλζερ κι εκείνος μου απάντησε: «Καιρός ήταν!». Επιπλέον ο Βάλζερ μου έφερε στο μυαλό τον Νίκο Καχτίτση και ιδίως το έργο του «Ο Εξώστης» (Κίχλη 2012), ο οποίος επίσης ανακαλύφθηκε και καθιερώθηκε οψίμως, αλλά ακριβώς όπως στο «Γιάκομπ φον Γκούντεν» δεν κατάφερα να εντοπίσω τι είναι αυτό που μου δίνει το βιβλίο. Για ποιο λόγο υπάρχει. Τι σκοπό επιτελεί. («επιτελεστικότητα» θαρρώ πως λέγεται με πιο εξειδικευμένη ορολογία).

Πραγματική λογοτεχνία τελικά το «Γιάκομπ φον Γκούντεν» ή υπερεκτιμημένη; Ποιος θα το κρίνει και με τι κριτήρια;

Η Γεροντοκόρη, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Εξάντας 1989

gerontokori
Πόσο επίκαιρο μπορεί να είναι ένα βιβλίο γραμμένο το 1836; Τι άραγε μπορεί να δώσει στον σύγχρονο αναγνώστη ένα έργο της κλασικής λογοτεχνίας, περίφημο βεβαίως για τις εξαντλητικές ψυχογραφίες του και την γλαφυρή παρουσίαση των προσώπων, που ωστόσο ανήκουν σε μια άλλη εποχή;

Αν μιλάμε για τη Γεροντοκόρη του Μπαλζάκ, σίγουρα θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, ότι ο αφόρητος κυνισμός, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο, είναι ένα μπόνους άξιο να εκτιμηθεί ακόμα και σήμερα. Το αντίστοιχο μιας «Πάπισσας Ιωάννας» (Ροΐδης) όσον αφορά στον εύγλωττο σαρκασμό είναι σημαντικό δέλεαρ. Αλλά μια δεύτερη-πρόσφατη- ανάγνωση με απόσταση εικοσαετίας από την πρώτη, δείχνει ότι η αξία του έργου δεν περιορίζεται απλώς στον ομολογουμένως απολαυστικό, μέχρι τελικής πτώσεως κυνισμό του.

Με δυο λόγια η υπόθεση: Μια πλούσια μεγαλοκοπέλα της επαρχιακής κωμόπολης Αλενσόν αναμένει απεγνωσμένα να παντρευτεί εκπληρώνοντας το ιδεώδες της εποχής για τη γυναίκα. Η «καλή» δεσποινίς Κορμόν είναι κατά γενική παραδοχή αγαθή στα όρια της βλακείας, ωστόσο αξιοσέβαστη λόγω του πλούτου της και των χρηστών ηθών της. Στο σαλόνι της δεξιώνεται καθημερινά σχεδόν όλο τον καλό κόσμο της Αλενσόν, αλίμονο δίχως ίχνος από τη μαεστρία και το σπιρτόζικο πνεύμα μιας ντοστογιεφσκικής ή τολστοικής οικοδέσποινας.

Τρεις εντελώς διαφορετικοί μνηστήρες την πολιορκούν ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ο πλούτος τής διόλου γοητευτικής μεγαλοκοπέλας είναι ξεκάθαρα ο λόγος που θέλει καθένας τους να την παντρευτεί. Ο ξεπεσμένος ιππότης ντε Βαλουά, ένα κομψό παράσιτο μιας κάποιας ηλικίας, που εκπροσωπεί τη φινέτσα της παλαιάς αριστοκρατίας. Ο άξεστος και διεφθαρμένος επιχειρηματίας ντι Μπουσκιέ, ανάλογης ηλικίας με τον ιππότη, που στερούμενος μιας κάποιας επιφανούς καταγωγής υποστηρίζει αναγκαστικά τα νέα φιλελεύθερα ήθη που αναδύονται μετά την πτώση του Ναπολέοντα. Ο Αθανάσιος, ετών 24, υπερβολικά νέος για τη γεροντοκόρη που ήδη διανύει την πέμπτη δεκαετία της ζωής της. Εξαιρετικά ευφυής, ένας φτωχός και βλοσυρός διανοούμενος που θέλει τα χρήματα της πολύφερνης νύφης για να καταφέρει επιτέλους να ξεφύγει από τη μιζέρια που εμποδίζει τη διάνοιά του να αναγνωριστεί και να λάμψει. Αυτός ο τελευταίος μέσα στην αφέλειά του ήταν ο μόνος από τους τρεις που αγάπησε πραγματικά τη γεροντοκόρη.

Ασφαλώς παρελαύνουν κι άλλα πρόσωπα που πλαισιώνουν τα βασικά με πιο ενδιαφέρων τη νεαρή και όμορφη υπηρέτρια Σουζάνα, το ακριβές αντίθετο της γεροντοκόρης. Αυτή εκβιάζει ή χρησιμοποιεί τους άλλους –με εξαίρεση τον Αθανάσιο τον οποίο ερωτεύεται- προκειμένου να υλοποιήσει το δικό της όνειρο ανόδου, να γίνει μια εταίρα πολυτελείας στο Παρίσι. Ο Μπαλζάκ τους μπλέκει όλους σε ένα αριστοτεχνικό γαϊτανάκι αποκαλύπτοντάς μας όχι μόνον την εξωτερική τους εμφάνιση και τον τρόπο που αυτή συνάδει στο πνεύμα, τις προθέσεις και την καταγωγή του καθενός, αλλά και τις μύχιες σκέψεις τους, κάθε κρυφή τους σκευωρία, μικρότητα, υπολογισμό ή αφέλεια. Τίποτα απολύτως δεν διαφεύγει από την πένα του, ούτε καν μια ανεπαίσθητή κίνηση του μικρού τους δαχτύλου, που ο μάγος Μπαλζάκ την αιτιολογεί καίρια με τον ξεκαρδιστικό και οξύνου κυνισμό του.

Φυσικά δεν θα μπορούσε να επικρατήσει άλλος από τον ντι Μπουσκιέ, τον χοντροκομμένο τυχοδιώκτη που επιθυμεί διακαώς να πολιτευτεί για να ισχυροποιήσει τη θέση του και να ικανοποιήσει τη φιλοδοξία του. Το έργο γράφτηκε σε μια εποχή που η μοναρχία είχε κλυδωνιστεί σοβαρά και από τη Γαλλική Επανάσταση και από τον Ναπολέοντα. Η παλαιά αριστοκρατία, ήδη παρηκμασμένη, παρά τους αβρούς της τρόπους και την επιφανειακή εκλέπτυνσή της -που εκφράζονται θαυμάσια στη μορφή και τη συμπεριφορά του ντε Βαλουά-, δεν γίνεται να διατηρηθεί. Δεν έχει υπόσταση. Ο ιππότης δεν είναι κι αυτός παρά ένας προικοθήρας και εξίσου τυχοδιώκτης με το φιλελεύθερο ντι Μπουσκιέ, Φροντίζει μάλιστα να είναι καλεσμένος στα σαλόνια της επαρχιακής κωμόπολης για να τρώει και να εξασφαλίζει λίγα χρήματα από τη χαρτοπαιξία. Όσο για το δυστυχή Αθανάσιο, αυτός παραείναι απορροφημένος από την ελιτίστικη φιλοδοξία του να γίνει γνωστός στον χώρο του πνεύματος, ώστε να καταφέρει να είναι πρακτικός και να διεκδικήσει επαξίως το χέρι της δεσποινίδος Κορμόν.

Η διανόηση λοιπόν εξ ορισμού αποστασιοποιημένη από την πραγματικότητα και τον πρακτικό χειρισμό της. Περιχαρακωμένη στα βιβλία της και τον αυτισμό της δεν έχει καμία ελπίδα να ανταγωνιστεί ούτε τον άξιο σκευωρό του συντηρητισμού με το λούστρο της παλαιάς και έμπειρης αριστοκρατίας (ιππότης Βαλουά), ούτε τον άγαρμπο μηχανορράφο ντι Μπουσκιέ με τον ισοπεδωτικό του φιλελευθερισμό που καταλύει εν τέλει κάθε έννοια ήθους, νομιμότητας και καλού γούστου. Η δύστυχη γεροντοκόρη, ακόμα κι αν δεν έπασχε από ανίατη αφέλεια και νοητική αγκύλωση και ήταν σε θέση να επιλέξει, δεν είχε στην πραγματικότητα καμιά επιλογή. Ανάμεσα σε μια αιθεροβάμονα και αυτιστική ελίτ του πνεύματος και σε δυο κηφήνες διαφορετικής πολιτικής απόχρωσης, δεν ισχύει το «μη χείρον βέλτιστον». Είναι και οι τρεις επιλογές χείριστες.

Έτσι ο διανοούμενος Αθανάσιος αυτοκτονεί μη βρίσκοντας καμιά πρακτική διέξοδο (το ύψιστο σημείο σαρκασμού στο βιβλίο), ο ηττημένος ιππότης εγκαταλείπει τους κομψευάμενους τρόπους του χάνοντας ολότελα την αίγλη του και ο ντι Μπουσκιέ παχαίνει εγκαταλείποντας ακόμα και τα αρχικά προσχήματα που συντηρούσαν το υποκριτικό του ενδιαφέρον για την γεροντοκόρη. Η οποία γεροντοκόρη, πιστή στην εθελούσια και βλακώδη υποταγή στον σύζυγό της, διόλου δεν διαμαρτύρεται για την αδιαφορία προς το πρόσωπό της ούτε για την υφαρπαγή του πλούτου της, μόνο στωικά υπομένει. Κι αν καμιά φορά παραπονιόταν, ο μικροαστικός περίγυρος της Αλενσόν απορούσε με το θράσος της να ζητά περισσότερα από τον άντρα της. ‘Έτσι η δύστυχη γεροντοκόρη στωικά παρέμεινε παρθένα. Διότι ο Ντι Μπουσκιέ όχι μόνον δεν κατάφερε να της χαρίσει ένα παιδί, αλλά ούτε καν αποπειράθηκε!

Πού βρίσκεται λοιπόν το ενδιαφέρον για τον σύγχρονο Έλληνα αναγνώστη; Γιατί είναι τόσο επίκαιρη η Γεροντοκόρη του Μπαλζάκ και η γαλλική κοινωνία του β΄ μισού του 19ου αι.;

Χρειάζεται άραγε ακόμα να πει κανείς για τη μαραμένη Ελλάδα που παρά τις αγκυλώσεις και την αφέλειά της ίσως άξιζε καλύτερους μνηστήρες, κάποιον έστω στοιχειωδώς ικανό να την κάνει να καρπίσει;

Χρειάζεται να μιλήσει για τη στείρα διανόηση και για την (πολιτική) λογοτεχνία που κατά κανόνα-αν εξαιρέσουμε ορισμένες αξιόλογες εξαιρέσεις- δεν έχει τίποτε εν έτει 2015 καλύτερο να προσφέρει από αναμασήματα περί εμφυλίου; Είναι δυνατόν ο πολιτικός λόγος της να εξαντλείται σε μια περίοδο που σχεδόν κανένα κοινό δεν έχει με τη δική μας (παρά τις γραφικές προσπάθειες από πολλές πλευρές να επισείσουν τον κίνδυνο ενός νέου εμφυλιοπολεμικού κλίματος); Αν ο Βαλουά και ο ντι Μπουσκιέ ερίζουν, σε τι μπορεί αυτό να αφορά την αφελή νύφη, αφού κανείς από τους δυο δεν είναι ικανός να τη γονιμοποιήσει; Ή μήπως υπάρχει χρεία να μιλήσει κανείς για τη συγγραφική διανόηση που συνηθέστατα εξαντλείται σε ατομικές περιπτώσεις ανίκανες να ενταχτούν σε κάτι που μας αφορά συλλογικά; Ή ακόμα χειρότερα που δεν είναι παρά στείρα αποτύπωση μιας αδιέξοδης μιζέριας που αποκοιμίζει με την ναρκισσιστική θλίψη της αντί να αφυπνίζει… Ο Αθανάσιος αυτοκτόνησε. Αν δεν είχε κάτι καινούριο να πει, μάλλον καλά έκανε.

Όσο για τον Βαλουά και τον ντι Μπουσκιέ και τους κόσμους που αυτοί εκπροσωπούν, η αντιστοιχία με τα ελληνικά πράγματα μου φαίνεται τόσο εμφανής, που είναι περιττή μια περαιτέρω αναφορά, πόσο μάλλον που αυτό το μπλογκ είναι καθαρά βιβλιοφιλικό. Η παλαιά φρουρά-που αλίμονο δεν διαθέτει τουλάχιστον τη φινέτσα ενός Βαλουά- εναντίον της νέας τάξης –που δυστυχώς δεν διαθέτει στο ελάχιστο τις πρακτικές δεξιότητες και την καπατσοσύνη ενός Μπουσκιέ.

Ωστόσο η πολιτική σκέψη είναι σχεδόν αδύνατο να μην εκφραστεί στην καλή λογοτεχνία (εκτενέστερη ανάλυση περί του θέματος στο σχετικό ποστ του Βιβλιοκαφέ). Ακόμα και αν πρόκειται για μια τόσο κλασική ηθογραφία, όπως η Γεροντοκόρη του Μπαλζάκ. Ακόμα και σε αυτήν. Η Γεροντοκόρη μοιάζει υπό αυτό το πρίσμα ένα αμιγώς τελικά πολιτικό βιβλίο αν διαβαστεί σήμερα, αρκούντως επίκαιρο για κάθε «καλή» δεσποινίδα Κορμόν που αφήνεται δια βίου παρθένα με τη συνδρομή των ανίκανων και επιπλέον ατομικιστών μνηστήρων της. Ποιος θα υφαρπάξει τα πλούτη της είναι θέμα ιστορικής συγκυρίας. Μήπως θα έπρεπε αυτή η κακομοίρα η δεσποινίδα Κορμόν να πάψει να είναι «καλή»;