Η μοναδική οικογένεια, Λευτέρης Καλοσπύρου, Πόλις 2013 (πρωτοεμφανιζόμενος)

images
Ίσως ήταν από τις λίγες φορές που ολοκλήρωσα την ανάγνωση ενός βιβλίου τόσο γρήγορα και τόσο ψυχαναγκαστικά. Για την ακρίβεια επιθυμώντας διακαώς να ανακαλύψω κάτι άξιο λόγου, δεδομένου ότι η γραφή του ήταν σχετικά εντυπωσιακή, προχωρούσα την ανάγνωση με την ελπίδα ότι θα καταφέρω επιτέλους να βρω τι είναι αυτό που υπόσχεται, αλλά δυστυχώς δεν βρήκα παρά ψήγματα. Η Μοναδική Οικογένεια παρέμεινε μια υπόσχεση ενεή και για αυτό απογοητευτική.

Το βιβλίο αποτελεί ξεκάθαρα κάποιου είδους μανιφέστο του «ιδανικού σύγχρονου μυθιστορήματος σε αντιδιαστολή με το μυθιστόρημα του 19ου και 20ου αι». Σύμφωνα με αυτό η σύγχρονη εποχή θέλει «ιστορία μέσα στην ιστορία» με αποτέλεσμα κάποιου είδους πολυδιάσπαση που προφανώς εκτός από την τεχνική επεκτείνεται και στο θέμα. Πολλές μικρές και κατακερματισμένες ιστορίες κατά τρόπο ώστε ο αναγνώστης να μην μπορεί άμεσα να πει για ποιο πράγμα μιλάει το βιβλίο. Οι διαπροσωπικές αντιπαλότητες είναι ο μόνος πραγματικός συνδετικός ιστός των ποικίλων ιστοριών, ίσως όχι τυχαία αφού η αντιζηλία ως στάση ζωής οδηγεί σε έναν κατακερματισμό της οικογένειας και ευρύτερα της κοινωνίας.

Τίποτα κακό δεν έχει ένα μανιφέστο για το πώς πρέπει να γράφεται ένα βιβλίο σήμερα. Μόνο που δεν είναι μονάχα πώς λέμε κάτι, κυρίως είναι τι λέμε και ακόμα παραπέρα πόσο αυθεντικό είναι αυτό που καταφέρνουμε να πούμε όσο δεξιοτεχνικά και σύγχρονα κι αν το εκφράζουμε.

Για παράδειγμα ο αναγνώστης του Βιβλίου της Ανησυχίας του Φερνάντο Πεσόα δυσκολεύεται εξαιρετικά να κατατάξει αυτό που διαβάζει σε κατηγορία και αυτό γιατί ο Πεσόα ανοίγει δρόμους δημιουργώντας με τη γραφή του στο εν λόγω έργο νέο είδος μη καταχωρημένο. Για το μόνο που είναι σίγουρος ο αναγνώστης είναι πως βρίσκεται μπροστά σε πραγματική λογοτεχνία και αυτό γιατί είναι τέτοια η αυθεντικότητα των όσων ξετυλίγονται λέξη τη λέξη, που κεραυνοβολημένος δυσκολεύεται να συνεχίσει την ανάγνωση. Παρόλο λοιπόν που ο Πεσόα είχε συμμετάσχει ακόμα και στην ίδρυση ενός λογοτεχνικού περιοδικού που προωθούσε τις νέες για την εποχή αρχές στη λογοτεχνία, εντούτοις η αυθεντικότητα του ανέκδοτου όσο ζούσε και για πολλά χρόνια ακόμα Βιβλίου της Ανησυχίας δεν χωρούσε σε κανένα μανιφέστο και σε καμιά προγραμματική δήλωση.

Φυσικά δεν προτίθεμαι να συγκρίνω τον Καλοσπύρου με τον Πεσόα (!), αλλά καλό είναι να έχουμε κατά νου ότι η ουσία μπορεί να χωράει ή να μη χωράει σε δομές ταιριαστές με την εποχή, αλλά είναι ακριβώς αυτή που κάνει τη διαφορά. Και παρά το ότι διέκρινα το δεξιοτεχνικό «πώς» του Καλοσπύρου, ούτε ουσία κατάφερα προσωπικά να εντοπίσω, ούτε ίχνη κάποιας αυθεντικότητας. Ενδιαφέρον ανάγνωσμα σίγουρα στον τρόπο που ξεδιπλώνεται. Μονάχα που αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό σε καμία περίπτωση.

Πιο συγκεκριμένα. Στο εγκιβωτισμένο διήγημα με θέμα την ανησυχία του συγγραφέα πατέρα για τη «ζωγραφική» του προς έκδοση κειμένου του, ο γιος τον περιγελά εμφανώς. Επιπλέον όλο το βιβλίο του Καλοσπύρου δεν είναι παρά μια τραβηγμένη προσπάθεια για να καταδείξει τη διαφοροποίησή του από την παλαιά γενιά συγγραφέων. Και αυτήν του την πρόθεση την υλοποιεί προκαλώντας διάσπαση της προσοχής του αναγνώστη (ο όρος δικός του, αυτό το πρόβλημα φοβάται ο πατέρας-συγγραφέας ότι έχει το κείμενό του) εντάσσοντας:
-συστηματικά αριθμούς (π.χ. «μαζί με άλλον 1 αρχιτέκτονα» αντί για έναν), -συντμήσεις λέξεων και νεολογισμούς (π.χ. γμτ αντί για γαμώτο, τέσπα αντί για τελοσπάντων)
-εκτεταμένες υποσημειώσεις (η υποσημείωση με αστερίσκο στη σελ. 48 καταλαμβάνει το ένα έκτο περίπου του εγκιβωτισμένου διηγήματος, κάνοντας την υποσημείωση να μοιάζει με εγκιβωτισμό μέσα σε εγκιβωτισμό, αποπροσανατολίζοντας ως εκ τούτου σε τέτοιο βαθμό τον αναγνώστη, που αναγκάζεται να γυρίσει πίσω για να καταλάβει την συνέχεια της αρχικής αφήγησης)
-αναρίθμητα εγκιβωτισμένα διηγήματα που μένουν ανολοκλήρωτα
-απόπειρες γραφής θεατρικού (αυτό ολοκληρώνεται τελικά)
-σημειώσεις που αποστέλλει στον εαυτό του ο επίδοξος συγγραφέας του θεατρικού με το i-phone του.

Γενικώς το βιβλίο είναι υπερφορτωμένο με ποικίλα τεχνάσματα του είδους επιχειρώντας να εκβιάσει την άποψη πως είναι οπωσδήποτε κάτι μεταμοντέρνο και νεωτερικό. Ουκ εν τω πολλώ το ευ. Ο νεοφώτιστος συγγραφέας καμιά φορά δεν το αντιλαμβάνεται, καθώς φαίνεται.

Ακόμα και αυτό όμως είναι κάτι που δικαιολογείται σε έναν πρωτοεμφανιζόμενο. Εκείνο που δυσκολότερα μπορεί να δικαιολογηθεί είναι η συσσώρευση εμβριθών σκέψεων, που μπορεί ενίοτε αυτές καθ’ εαυτές να έχουν ενδιαφέρον, όμως επ’ ουδενί δεν εντάσσονται σε μια στοιχειώδη ροή, ούτε αναπτύσσονται επαρκώς. Μοναδικός λόγος ύπαρξής τους μοιάζει να είναι η επίδειξη γνώσεων, θαρρείς και ο συγγραφέας είναι ένα χαρισματικό παιδί σαν αυτό που περιγράφει στο έργο του, μονάχα που αντί για εγκυκλοπαιδικές γνώσεις σε τηλεπαιχνίδι, σωρεύει μισοψημένες βαθυστόχαστες ιδέες. Το είπαμε ήδη, το θέμα δεν είναι η συσσώρευση, γνώσεων, πτυχίων, likes, ευσήμων, βραβείων, περγαμηνών κτλ. κτλ., είναι το πώς όλες αυτές οι κατακτήσεις παράγουν αποτέλεσμα και νόημα. Θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει πως αυτό ακριβώς επιδιώκει να καταδείξει ο συγγραφέας, την πολυδιάσπαση του σύγχρονου κόσμου που κερδίζει σε (δοκησίσοφο) πλάτος δίχως παράλληλα να βαθαίνει. Αν αυτός είναι ο στόχος του, τον πετυχαίνει θαυμάσια.

Αν παρόλη την ανυπαρξία στιβαρού θέματος, επιχειρήσει κανείς να εικάσει ένα κάποιο θέμα (εκτός από την πολυδιάσπαση), αυτό θα είναι η αντιπαλότητα και το πώς πρέπει να γράφει ένας συγγραφέας (το μανιφέστο που λέγαμε παραπάνω).

Αυτό το δεύτερο φαντάζει αρκούντως αυτοαναφορικό για να ενδιαφέρει τον αναγνώστη, εκτός αν αυτός είναι συγγραφέας ή κριτικός βιβλίων. Γιατί ακριβώς όπως λέει ο γιος-συγγραφέας προς τον πατέρα-συγγραφέα, είναι σειρά του αναγνώστη να αναφωνήσει: «Έχει περάσει από το μυαλό σου ότι τα κομμάτια που εσύ θεωρείς τα πιο δυνατά του κειμένου σου μπορεί να φανούν στον αναγνώστη αδιάφορα; Το έχεις σκεφτεί αυτό (γαμώτο σου);»

Όσο για την αντιπαλότητα είναι βασικό χαρακτηριστικό όλων των προσώπων. Του αδελφού προς τον αδελφό, του γιου προς τον πατέρα, του πατέρα-συγγραφέα προς τη μάνα, μια άρρωστη και κρυφή κατά κανόνα αντιπαλότητα που εκφράζεται μέσα από τις ιστορίες που γράφουν και ενίοτε δημοσιεύουν λες και μοναδικός σκοπός της γραφής είναι να εκφράσει μίζερα και κλισέ απωθημένα πρώτα σε ενδοοικογενειακό επίπεδο και έπειτα σε επίπεδο παλαιάς και νέας γενιάς συγγραφέων.

Στη σελ 41, στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Λίγα λόγια για μένα» παρουσιάζεται ένας τυπικός διάλογος μεταξύ πατέρα και γιου που μιλάνε στην ουσία μεταξύ τους με τίτλους βιβλίων φιλοσοφίας του Καντ με μεγάλη άνεση σαν να είναι αυτή η καθημερινή τους κουβέντα. Διόλου δεν αντιλέγω, ούτε από μόνο του το συγκεκριμένο χωρίο θα με έκανε να μεμφθώ το έργο για ελιτισμό, όμως λίγο παρακάτω ο ήρωας περιπαίζει κάποιον γιατρό που τολμά να μιλήσει για φιλοσοφία (για την ακρίβεια για τίτλους βιβλίων και ονόματα φιλοσόφων ακριβώς όπως έκανε πρωτύτερα ο πατέρας με το γιο). Και βεβαίως πάλι τα πράγματα ξεπέφτουν σε μια στείρα αντιπαλότητα του τύπου ποιος γνωρίζει τους περισσότερους και πιο πρόσφατους τίτλους φιλοσοφικών έργων. Αν ο Καλοσπύρου θέλει να στηλιτεύσει τόσο την αντιπαλότητα ως στάση ζωής όσο την επιφανειακή γνώση που βασίζεται στην καταναλωτική συσσώρευση και επίδειξη αναγνωσμάτων, τότε πέτυχε το σκοπό του στο έπακρο. Επειδή όμως ένα βιβλίο διαβάζεται δίχως τον συγγραφέα παραδίπλα να μας εξηγεί τι ήθελε ή τι δεν ήθελε να πει, θεωρώ ότι απέτυχε και μόνον εκ του γεγονότος ότι υπάρχει ένας τουλάχιστον αναγνώστης που απορεί για τις προθέσεις του.

Πολλά θα μπορούσα ακόμα να συνεχίσω να λέω. Όπως για την ανεπαρκή έρευνα σε σχέση με τα χαρισματικά παιδιά (δύο τουλάχιστον εννιάχρονα υπάρχουν στο βιβλίο). Χαρισματικό παιδί οπωσδήποτε δεν είναι αυτό που παπαγαλίζει εγκυκλοπαιδικές γνώσεις. Ούτε ένα εννιάχρονο, ιδιοφυές ή μη, μιλάει σαν πεντάχρονο, στα σημεία που πρέπει να φανεί η παιδικότητά του.

Ή για το τέλος του βιβλίου, έναν παραληρηματικό μονόλογο του χαρισματικού που αποκαλύπτοντας ασχήμιες της οικογένειάς του, τελικά καταρρέει. Δεν βρήκα καμία διαφορά με το αντίστοιχο τέλος του Μάρτυς μου ο Θεός, όπου ένας μεσήλικας ομοίως παραληρεί εν μέσω αποκαλύψεων πριν παραδώσει τα όπλα, πλην της ηλικιακής διαφοράς των ηρώων.

Τελειώνοντας να πω πως παρά τη σχετική-για το ύφος των αναρτήσεων μου-σφοδρότητα, ο Καλοσπύρου να έχει ίσως να μας δώσει στο μέλλον αξιόλογα δείγματα της δουλειάς του. Ίσως ακριβώς επειδή διαισθάνθηκα κάτι τέτοιο, να υπήρξαν έντονες για τα δεδομένα μου οι όποιες επισημάνσεις, κάτι που θεωρώ προτιμότερο από την αδιαφορία. Ο καιρός θα δείξει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s