Οι ψαράδες, Chigozie Obioma, Μεταίχμιο 2015

Oi_psarades_140x205_03
«Οι ψαράδες». Ήδη ο τίτλος προδιαθέτει θετικά παραπέμποντας σε κάποιου είδους αφήγηση με πλοκή, όχι σε κάποια αφηρημένη ιδέα που μπορεί να υποστηρίζει επιτυχώς το περιεχόμενο του βιβλίου, μπορεί και όχι. Εδώ ο αναγνώστης ξέρει με σχετική ασφάλεια ότι υπάρχει κάποιο νήμα, κάποια γεγονότα εκτυλίσσονται που θα του συντηρήσουν το ενδιαφέρον.

Ο συγγραφέας νιγηριανός και οι ήρωές του είναι ομοεθνείς του που ζουν στον τόπο καταγωγής τους. Ο εξωτισμός της αφρικανικής χώρας και τα σχετικά λίγα που ξέρουμε για αυτήν αποτελούν δεύτερο μπόνους για τον αναγνώστη.

Οι ήρωες λειτουργούν ως τραγικά πρόσωπα πιασμένα στο δίχτυ της μοίρας. Ένας τρελός που παίζει το ρόλο του μάντη, μια αδελφοκτονία, όλα συστατικά της αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Τρίτο δέλεαρ λοιπόν, η υπόσχεση πως εκτός από την στιβαρή πλοκή και το εθνικό χρώμα, υπάρχει και ένα βάθος που χτυπάει κατευθείαν σε ένα διαχρονικό θέμα της αξιόλογης λογοτεχνίας, την τραγικότητα του ανθρώπου.

Πριν καν λοιπόν διαβάσει κανείς τους Ψαράδες, γνωρίζει ήδη από τον τίτλο και το οπισθόφυλλο πως έχει στα χέρια του ένα κείμενο που κραυγάζει πως ακολούθησε μια συνταγή, όπως αναφέρεται και στο ιστολόγιο Διαβάζοντας. Ο Ομπιόμα διόλου δεν διστάζει να το παραδεχτεί, κάνοντάς μας σαφές πως συμμετείχε σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής στην Αμερική. Σε βασικές γραμμές η συνταγή της επιτυχίας κάπως έτσι φαντάζει να διατυπώνεται:

1. Καλοδουλεμένη πλοκή. Τίποτα αφηρημένο και φιλοσοφικό που να μην προκύπτει από τη δράση. Μην περιγράφεις τα συναισθήματα, άσε τον αναγνώστη να τα εξάγει από τις πράξεις των ηρώων σου. Και το πιο σημαντικό, έχε αρχή, μέση και τέλος με έναν στρωτό και κατανοητό τρόπο. Μην ξεχάσεις την κορύφωση.
2. Μίλα για την πατρίδα σου. Δώσε το στίγμα του έθνους σου στη σύγχρονη εποχή, ώστε το έργο σου να είναι αφενός επίκαιρο, αφετέρου εστιασμένο σε μια εθνική ομάδα που συστήνεις στον υπόλοιπο κόσμο.
3. Κάνε το έργο σου πολυεπίπεδο, ώστε μην εξαντλείται στην πλοκή. Προσέδωσέ του βάθος θίγοντας, πάντα μέσω της δράσης, κάποιο από τα μεγάλα και μετρημένα στα δάχτυλα θέματα που ασχολείται η λογοτεχνία: έρωτας, θάνατος, μοναξιά…, τραγική διάσταση του ανθρώπου όπως τέθηκε από την ανεπανάληπτη αυθεντία του αρχαιοελληνικού δράματος, την οποία μπορείς να επικαλεστείς ως αδιαμφισβήτητη απόδειξη των προθέσεών σου περί του βάθους του εγχειρήματός σου.

Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε έμεινε κυρίως γνωστός τελικά για το Κοράκι, το οποίο έγραψε ακολουθώντας μια συνταγή επιτυχίας δικής του επινοήσεως (μάλλον δεν υπήρχαν τότε εργαστήρια δημιουργικής γραφής). Όπως ο ίδιος δηλώνει θέλησε να δημοσιεύσει κάτι που θα είχε απήχηση. Κριτήριό του εν προκειμένω δεν υπήρξε η λογοτεχνική αξία αυτή καθ’εαυτή, αλλά η εμπορικότητα.

Όπως και να έχει οι οδηγίες προς ναυτιλομένους-φερέλπιδες συγγραφείς διόλου κακές δεν είναι. Προφυλάσσουν και τον συγγραφέα από κακοτοπιές που ακυρώνουν την προσπάθειά του και τον αναγνώστη από ένα κακό ή σπανιώτερα τυχαία καλό λογοτέχνημα. Όλα αυτά βέβαια με την προϋπόθεση πως ο λογοτέχνης ναι μεν μπορεί να ακολουθήσει πιστά, αν είναι φοβισμένος, ή λιγότερο πιστά, αν θέλει να πειραματιστεί, τη συνταγή, πλην όμως θα πρέπει να την εκτελέσει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, δίνοντας έτσι το στίγμα του. Διότι ένα καλό βιβλίο μπορεί να βασίζεται σε όσες συνταγές θέλει, αλλά από το σημείο αυτό μέχρι την πετυχημένη εκτέλεση, υπάρχει μια απόσταση.

Ας δούμε λοιπόν αν ικανοποιούν Οι ψαράδες τα τρία βασικά κριτήρια που, αδιάφορο τελικά αν τα διδάχθηκε από κάποιο εργαστήριο δημιουργικής γραφής ή όχι, θέτει ήδη με τον τίτλο και το οπισθόφυλλο.

Τα γενικότερα «τεχνικά» χαρακτηριστικά του κειμένου λειτουργούν και η πλοκή δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως είναι καλοδουμένη και αρκετά σύνθετη, όχι όμως τόσο ώστε ο αναγνώστης να χάνει το νήμα. Αυτό κάνει και το βιβλίο ευκολοδιάβαστο. Ο Ομπιόμα χειρίζεται με άνεση τους χαρακτήρες και το αφηγηματικό πρόσωπο, τηρεί σωστές ισορροπίες μεταξύ διαλόγων και αφηγηματικών μερών, ξέρει να προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη με τη ραγδαία εξέλιξη των γεγονότων, επιτυγχάνει οπωσδήποτε πέραν των μικρών συνεχών κορυφώσεων κάθε επεισοδίου και μία καθοριστική κορύφωση, αυτήν της αδελφοκτονίας, στην οποία υπάγονται οργανικά όλες οι άλλες. Χάσματα δεν υπάρχουν στην πλοκή και αυτό δεν είναι διόλου δεδομένου. Άριστα ως εδώ.

Το δεύτερο κριτήριο αφορά στην παραγωγή εθνικής λογοτεχνίας. Πράγματι ο συγγραφέας τοποθετεί τη δράση στην πατρίδα του τη Νιγηρία, παρόλο που ο ίδιος δεν ζει εκεί. Γεννήθηκε όμως στην αφρικανική χώρα. Μας δίνει μια πολύ καλή ιδέα για το όραμα του σύγχρονου νιγηριανού ή έστω μιας μερίδας να δραπετεύσει στη Δύση και να λάβει δυτική παιδεία και καλύτερες προοπτικές επιβίωσης και βιοπορισμού, πράγμα που ο αυταρχικός πατέρας της οικογένειας το θεωρεί εκ των ουκ άνευ για τα παιδιά του. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια ότι τα παιδιά και οι γονείς μιλούν σε αυτήν τους την προσπάθεια αρκετά συχνά μεταξύ τους αγγλικά, χρησιμοποιώντας τις δύο τοπικές διαλέκτους για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, όχι όμως και πιο σύνθετες έννοιες μιας και «δεν υπάρχει τέτοια λέξη» στα ντόπια ιδιώματα.

Η μητέρα επιρρεπής σε πάσης φύσεως προλήψεις είναι πιο συνεπής στην καταγωγή της από τον πατέρα που βλέπει την έξοδο στον ορθολογισμό της Δύσης. Δυο κόσμοι συγκρούονται, του φιλοδυτικού πατέρα και της αφρικανής μάνας. Τα παιδιά στη μέση αυτού του διχασμού, αφήνονται με καταλύτη τον τρελό μάντη του χωριού, να γείρουν προς την αμιγώς αφρικανική πλευρά τους, όπου επικρατεί ο διονυσιακός εαυτός τους. Ο ορθολογιστής και συνετός Απόλλωνας ηττάται κατά κράτος. Τα πάθη εξεγείρονται και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια αλληλοσκοτώνονται, ανοίγοντας το δρόμο στα μικρότερα να υποταχθούν στα εκδικητικά τους ένστικτά. Ο αφηγητής, το μικρότερο παιδί της οικογένειας προτάσσει μια ασθενή αντίσταση καταδικασμένη εκ των προτέρων. Είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει τον αδελφό του στις αυτοκαταστροφικές επιλογές του, ανοίγοντας ένας νέο κύκλο μίσους και βίας.

Το βιβλίο διανθίζεται από αναφορές στην σχετικά πρόσφατη ιστορία της Νιγηρίας, που βρίθει από εμφύλιους και βίαιες αναταραχές. Η οικογένεια που μας περιγράφει ο Ομπιόμα αδυνατεί να διαφοροποιηθεί από το επικρατούν μοντέλο της πατρίδας τους. Έτσι τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας δεν καταφέρνουν να γίνουν γιατροί, καθηγητές και δικηγόροι, είναι λίγο πολύ καταδικασμένα στην φτώχεια τους και στην παρόρμηση των ενστίκτων τους. Κλωτσάνε από μόνα τους όλες τις ευκαιρίες να μετοικήσουν σε μια δυτική χώρα, τον Καναδά και να σωθούν από τα όποια δεινά, ωστόσο φαντάζει σαν να μην είχανε ποτέ στην πραγματικότητα δυνατότητα επιλογής, έτσι καθηλωμένοι στην εθνική τους μοίρα.

Δυο οι ενστάσεις εδώ. Η πρώτη έχει να κάνει με το κατά πόσο ένα βιβλίο που συστήνει ως πρέσβης τη χώρα του στον υπόλοιπο κόσμο, μπορεί να το κάνει με σχετική αντικειμενικότητα. Ασφαλώς η οπτική γωνία δεν επιδέχεται αντικειμενικότητας, ωστόσο αναρωτιέμαι, αν κάποιος ξένος διαβάσει το Μάρτυς μου ο Θεός του Μάκη Τσίτα, πολύ εύκολα θα συμπεράνει γενικεύοντας πως λίγο –πολύ οι έλληνες είμαστε Χρυσοβαλάντηδες, πράγμα που ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Με πόση λοιπόν ασφάλεια για τον αναγνώστη δύναται ένας συγγραφέας να παράγει εθνική λογοτεχνία αντιπροσωπευτική της πραγματικότητας του έθνους του;

Η δεύτερη ένσταση έχει να κάνει με την καχυποψία ότι τα της Νιγηρίας δεν ήταν για τον Ομπιόμα παρά ένα εξωτικό καρύκευμα που εξασφαλίζει πωλήσεις βάσει της συνταγής που λέγαμε παραπάνω. Κι αυτό γιατί ο ίδιος ο συγγραφέας επέλεξε να μη ζει στην πατρίδα του, ταξίδεψε και κάνει καριέρα στην Αμερική, υλοποιώντας το όνειρο του μυθιστορηματικού του πατέρα για τους γιους του. Αν εν πάση περιπτώσει ο ίδιος μάλλον διαθέτει τα χαρακτηριστικά ενός παγκόσμιου πολίτη, ενός κοσμοπολίτη, παρά ενός αμιγούς νιγηριανού με ό,τι αυτό συνεπάγεται, γιατί δεν γράφει προβάλλοντας την κοσμοπολίτικη παγκοσμιοποιημένη και προφανώς επικρατούσα πλευρά του, αλλά μιλά για τον εξωτικό τόπο καταγωγής του; Εδώ μυρίζει συνταγή. Η εθνική λογοτεχνία που λέγαμε. Η ίδια αυτή καθ’ εαυτή είναι απολύτως αποδεκτή, αρκεί να είναι έντιμη ως προς τις προθέσεις της.

Το τελευταίο και σημαντικότερο κριτήριο που θέτει το ίδιο το βιβλίο, είναι, θυμίζω, η προσέγγιση ενός από τα μεγάλα θέματα της ( υψηλής) λογοτεχνίας. Οι Ψαράδες πραγματεύονται όντως το ζήτημα της τραγικότητας του ανθρώπου με σαφή παραπομπή σε μοτίβα του αρχαιοελληνικού δράματος, με πόση όμως επιτυχία το κάνουν, πέρα από το μίνιμουμ των απαιτήσεων της συνταγής επιτυχίας;

Η τραγική ουσία του ανθρώπου έγκειται στην προσπάθειά του να αποφύγει το πεπρωμένο του, να ανατρέψει κάποια δύναμη ανώτερή του, αλλά όσο πιο πολύ προσπαθεί, τόσο πιο πολύ επιβεβαιώνει τη βούληση αυτής της ανώτερης δύναμης. Ο τραγικός ήρωας παλεύει να ανατρέψει τη μοίρα του με ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα. Αναπόφευκτα συντρίβεται, το δε μεγαλείο του προκύπτει από την επιμονή του να πετύχει το αυτεξούσιο, ακόμα κι όταν γνωρίζει πολύ καλά πως αυτό είναι αδύνατο. Ο μάντης, όργανο της ανώτερης αυτής δύναμης, ωθεί τον τραγικό ήρωα ως καταλύτης ταχύτερα στην καταστροφή του, παρόλο που εμφανίζεται να προειδοποιεί.

Όλα αυτά τα στοιχεία ενυπάρχουν στους Ψαράδες με νιγηριανή αμφίεση. Αλλά. Όταν ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης αλληλοσκοτώνονται στους Επτά επί Θήβας, ο Αισχύλος θέτει τουλάχιστον μια λογικοφανή αφορμή που τους οδηγεί στη σύγκρουση: τη διεκδίκηση της εξουσίας στη Θήβα. Επιπλέον οι δυο γιοι του Οιδίποδα αποτελούν ξεκάθαρα τη συνέχεια μιας καταραμένης γενιάς και ο μύθος του πατέρα και του παππού τους του Λάιου έχει αναπτυχθεί επαρκώς, ή τουλάχιστον είναι δεδομένος για το θεατή. Στους Ψαράδες τα δυο αδέλφια αλληλοσκοτώνται στην ουσία, αλλά ποιος ο λόγος της συμπλοκής πέρα από την προφητεία του τρελού παραμένει άδηλο. Με άλλα λόγια ο Οιδίποδας σίγουρα δεν οδηγήθηκε στην καταστροφή επειδή ο Τειρεσίας προέβη σε αποκαλύψεις. Αυτό δεν ήταν παρά ένα πρόσχημα. Επιπλέον οι κινήσεις του έως τέλους φαντάζουν εξαιρετικά λογικές, μονάχα που το δίχτυ των θεών είναι υπεράνω λογικής. Ο Ομπιόμα μόνο και μόνο εξ αυτών δεν φαίνεται να χτίζει σθεναρά τους ήρωές του με όρους τραγικότητας. Δίνει πράγματι την εντύπωση ότι ακολούθησε κάποια συνταγή, χωρίς να ξέρει πράγματι για τι μιλάει, ώστε να το χειριστεί αποτελεσματικά και με επάρκεια.

Κλείνοντας να προσθέσω ένα ακόμα που με εντυπωσίασε. Στις ευχαριστίες ο συγγραφέας αναφέρεται σε δύο ατζέντηδες που προώθησαν το βιβλίο του ώστε να φτάσει, συμπληρώνω εγώ, ακόμα και να μεταφραστεί στην Ελλάδα, παρότι πρωτοεμφανιζόμενος. Οι όροι του μάρκετινγκ απαραίτητοι και οι Ψαράδες είναι τελικά ένα αξιανάγνωστο βιβλίο παρά το ψείρισμα στο οποίο το υποβάλλω. Ωστόσο έχουν πέσει στα χέρια μου βιβλία Ελλήνων, λιγότερο ή περισσότερο γνωστών στο εξαιρετικά περιορισμένο ούτως ή άλλως αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας, που έχουν γράψει αρτιώτερα ή εξίσου καλά βιβλία με τον Ομπιόμα, αλλά ελλείψει προώθησης θα συνεχίσουν να παραμένουν άγνωστα. Γνωστά όλα αυτά, ναι, αλλά καλό είναι να θυμόμαστε πού και πού πως ο χρυσός μπορεί να κρύβεται και πως ο δυστυχής αναγνώστης που δεν λογαριάζει το μάρκετινγκ έχει πολλά βιβλία να επιλέξει στην τύχη λίγο-πολύ για να ανακαλύψει το μικρό άσημο διαμαντάκι που δεν ευτύχησε στη χώρα μας να έχει ατζέντη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s