Οι χυδαίες ορχιδέες, Έλενα Μαρούτσου, Κίχλη 2015

MAROUTSOU-elena
Οι Χυδαίες Ορχιδέες της Μαρούτσου μου άφησαν εκείνη την πολύτιμη αίσθηση παλαιότερων ετών, όταν έπεφτες πάνω σε καλή ταινία σε θερινό σινεμά, ενώ απλώς είχες αποφασίσει να πηγαίνεις στις προβολές σχεδόν καθημερινά χωρίς να κοιτάς καν τους τίτλους. Ένα μικρό διαμαντάκι που έπεσες πάνω του τυχαία.

Το βιβλίο έχει δυο βασικά προσόντα. Το πρώτο είναι πως δύσκολα το αφήνεις από τα χέρια σου. Η αφήγηση ρέει απρόσκοπτα, η πλοκή καλοδουλεμένη δίχως (ορατές) φιλοσοφικές εξάρσεις. Η συγγραφέας δεν θέτει εμπόδια στον αναγνώστη με βαρετές σχοινοτενείς περιγραφές, αντιθέτως η πλοκή κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν γίνονται οι απαραίτητες παύσεις για να μην καταλήξει το κείμενο να μοιάζει με μια ανούσια ταινία δράσης. Ίσα ίσα η δράση αυτή αποσκοπεί στο φωτισμό της ιδιοσυγκρασίας και της ψυχοσύνθεσης των ηρώων κατά τρόπο ώστε ο αναγνώστης να προσπερνά τις όποιες υπερβολές τους και να αντικρίζει βαθιά ανθρώπινα πλάσματα με τη δική του πορεία το καθένα μακριά από κάθε ηθικοδιδακτισμό ή στερεότυπα. Αυτό ακριβώς είναι το δεύτερο προσόν του.

Έτσι για παράδειγμα το κλισέ του λευκού άντρα που ονειρεύεται να συνουσιαστεί με μια μαύρη ναι μεν υπάρχει στο διήγημα Η μοναδική απόχρωση του μαύρου, αλλά έχει ήδη ανατραπεί από την αρχή κιόλας στο πρώτο διήγημα που χάρισε στη συλλογή τον τίτλο. Στο τέλος πάντως ο αναγνώστης, ακόμα και ο πιο συντηρητικός, αναγκάζεται να παραδεχτεί πως το κουκούτσι του ανθρώπου δεν βρίσκεται ούτε στα κλισέ που ανατρέπονται ή δεν ανατρέπονται, ούτε στις σεξουαλικές του επιλογές και στις σκηνές αυνανισμού ή ομοφυλοφιλικού έρωτα, ούτε στην νευρική ανορεξία ή σε μύριες άλλες «παρεκκλίσεις». Όλοι οι ήρωες της Μαρούτσου ανεξαρτήτως των επιλογών τους ούτε μία στιγμή δεν παρουσιάζονται μειονεκτικοί (ή ακόμα χειρότερα το αντίθετο, να κάνουν παντιέρα ανωτερότητας και επηρμένης διαφοροποίησης την απόκλισή τους). Στιγμή δεν περνάει από το μυαλό του αναγνώστη να τους καταδικάσει ή να τους εξάρει, απλώς τους αποδέχεται όλους ισότιμα στην πορεία της ζωής τους και αυτό γιατί η Μαρούτσου καταφέρνει να αποκαλύψει τις ευαισθησίες τους και τα περίπλοκα ενίοτε δρομάκια του μυαλού τους σε έναν αγώνα αυτοπροσδιορισμού και συναισθηματικής επιβίωσης.

Υπό αυτό το πρίσμα το σεξ σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί βασικό άξονα του βιβλίου. Δεν είναι παρά ένα φόντο που από τις πρώτες κιόλας σελίδες έτσι το αντιμετωπίζει ο αναγνώστης. Αυτό ακριβώς είναι το είδος της ωριμότητας που κατά τη γνώμη μου μεταξύ άλλων χαρακτηρίζει την αξιόλογη λογοτεχνία. Η δράση και οι τυχόν ακρότητες ως η πλατφόρμα που θα αναδείξει αντιστικτικά την όποια ουσία πέρα από τη δράση. Η πλοκή ως αρωγός και συνεργάτης για να ειπωθεί αυτό που ο συγγραφέας θέλει, χωρίς να κουράσει τον αναγνώστη.

Πέρα από αυτό, ήδη στο οπισθόφυλλο τονίζεται η συνομιλία με άλλα λογοτεχνικά έργα με σκοπό τη διακειμενικότητα. Ομολογώ πως παραλίγο να αποθαρρυνθώ εξαιτίας αυτού του προβαλλόμενου χαρακτηριστικού ως βασικού και να αφήσω το βιβλίο να αναπαύεται ήσυχο στον πάγκο του βιβλιοπωλείου. Με ανακούφιση διαπίστωσα μετά το πέρας της ανάγνωσης πως οι πλείστες αναφορές σε άλλα λογοτεχνικά κείμενα δεν έχουν σκοπό να καταχραστούν την αυθεντία βαρύγδουπων, κάποτε λιγότερο βαρύγδουπων ονομάτων, για να προβληθούν τα πολλά διαβάσματα. Στις Χυδαίες Ορχιδέες οι αναγνώσεις της Μαρούτσου, παρότι εμφανείς και έντονες, δεν αποτελούν παρά ένα σκαλοπάτι για να δοθεί βάθος σε αυτό που ειπώνεται, χωρίς ο αναγνώστης να νιώθει ότι προελαύνει μπροστά του η βιβλιοθήκη της συγγραφέως για επίδειξη. Βαθιά αφομοιωμένη κάθε της αναφορά, ενσωματώνεται στο κείμενο άλλοτε ευθέως άλλοτε πλαγίως και κάποτε με χιούμορ, πάντως σε κάθε περίπτωση δεν αποτελούν αυτές οι αναφορές ξένο σώμα, ούτε ο αναγνώστης νιώθει υποτιμημένος αν τυχόν αγνοεί κάποιες από αυτές. Η Μαρούτσου εξάλλου μας κλείνει το μάτι, ανακατεύοντας μαζί με τη Σύλβια Πλαθ και τον Φίλιπ Λάρκιν, τις Γέφυρες του Μάντισον, μια ταινία που μάλλον δεν έχει καταγραφεί στα μαστ του καλλιεργημένου. Τα ερεθίσματα, ακριβώς όπως και οι όποιες σεξουαλικές επιλογές, δεν είναι παρά γέφυρες για να βαδίσουμε στην άλλη άκρη απροκατάληπτα και δίχως στερεότυπα. Νομίζω πως αυτή η πραγματωμένη με κάθε τρόπο στάση της Μαρούτσου, είναι που κάνει το βιβλίο της πραγματικά αξιόλογο.

Και κάτι ακόμα. Οι Χυδαίες Ορχιδέες βρίθουν από μικρά ανοίγματα, αναπάντεχες εξόδους στην ψυχή των ηρώων, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο λυρικές, από αυτές που πέρα από τη συγκίνηση που προκαλούν, σε αφήνουν να κρυφοκοιτάξεις πίσω από το παραπέτασμα και από δικαστής να μετατραπείς σε συμμετέχοντα, κι εσύ ένας από τους πολλούς, ανεξάρτητα αν είσαι πόρνη, ναρκομανής, λεσβία, καθωσπρέπει πατέρας, τυπική φοιτήτρια, η κόρη ή η εγγονή της λαίδης Τσάτερλυ, βαρετός και μάλλον αποτυχημένος σκηνοθέτης, μια νοσοκόμα σε κάποια επαρχιακή πόλη της Αγγλίας, ή ο εγγονός ενός διεστραμμένου παπά. Όλοι αυθύπαρκτοι και ισότιμοι, όποιον δρόμο κι αν έχουν διαλέξει. Όλοι στροβιλίζονται σε μια δίνη με καταφύγιο το προσωπικό τους βαθιά ανθρώπινο πυρήνα, ακόμα και στη διαστροφή, την απλοϊκότητα, την κοινοτυπία, το λυρισμό, τη νεύρωση, τον ορθολογισμό ή τον καθωσπρεπισμό τους. Ο καθένας τους ένας φακός που με το δικό του τρόπο κοιτά γύρω του και μέσα του. Ποιος είναι ο σωστός; Ποιος φακός είναι καλύτερος; Δεν έχει σημασία. Γιατί οι ήρωες της Μαρούτσου είναι βαθιά ανθρώπινοι όσο και μοναχικοί εντέλει, είτε στη δύναμη είτε στην αδυναμία τους. Είναι άνθρωποι.

Τα τεχνικά τα αφήνω στα βιβλία που με άγγιξαν τελευταία ή τα παραλείπω, μιας και δεν υπάρχει λόγος να αναφερθούν, εφόσον έχουν επιτελέσει το ρόλο τους αρκετά πετυχημένα ώστε η προσοχή του αναγνώστη να μην κολλήσει σε αυτά. Ας κάνω εδώ μια μικρή παραχώρηση, για να αναφέρω μονάχα πως η συλλογή της Μαρούτσου αποτελείται από έντεκα διηγήματα, όχι εντελώς ανεξάρτητα, μιας και κάποιο δευτερεύων πρόσωπο επανέρχεται ως κύριο σε κάποια άλλη ιστορία, έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι μια σειρά αλληλένδετων ιστοριών, χωρίς η καθεμία από αυτές να χάνει την αυτονομία της. Από αυτή την άποψη η τεχνική της συγγραφέως θυμίζει έντονα τον Κόλουμ ΜακΚαν στα δύο τελευταία του βιβλία, το Κι άσε τον κόσμο το μεγάλο να γυρίζει, και το Υπερατλαντικός. Οι Χυδαίες Ορχιδέες δεν διεκδικούν λοιπόν την πρωτοτυπία σε αυτό. Φαντάζομαι θα υπάρχουν κι άλλοι εκτός από τον ΜακΚαν που έχουν δοκιμάσει αυτό το ιδιότυπο σχετικά σχήμα συρραφής διηγημάτων που απαρτίζουν κατά κάποιο τρόπο ένα μυθιστόρημα. Ωστόσο η Μαρούτσου, οφείλω να πω πως το κάνει με ιδιαίτερα πετυχημένο τρόπο.

Τώρα μάλιστα που οι τιμές των εισιτηρίων στα θερινά δεν επιτρέπουν την παρακολούθηση ταινιών σε καθημερινή βάση, ούτε βέβαια είναι εύκολη η αγορά τόσων βιβλίων όσο παλιότερα, νιώθω διπλά χαρούμενη που κάθε άλλο παρά με απογοήτευσαν οι Χυδαίες Ορχιδέες. Το ανέλπιστα αξιόλογο μέσα στην σχετική πληθώρα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s