Η Γεροντοκόρη, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Εξάντας 1989

gerontokori
Πόσο επίκαιρο μπορεί να είναι ένα βιβλίο γραμμένο το 1836; Τι άραγε μπορεί να δώσει στον σύγχρονο αναγνώστη ένα έργο της κλασικής λογοτεχνίας, περίφημο βεβαίως για τις εξαντλητικές ψυχογραφίες του και την γλαφυρή παρουσίαση των προσώπων, που ωστόσο ανήκουν σε μια άλλη εποχή;

Αν μιλάμε για τη Γεροντοκόρη του Μπαλζάκ, σίγουρα θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, ότι ο αφόρητος κυνισμός, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο, είναι ένα μπόνους άξιο να εκτιμηθεί ακόμα και σήμερα. Το αντίστοιχο μιας «Πάπισσας Ιωάννας» (Ροΐδης) όσον αφορά στον εύγλωττο σαρκασμό είναι σημαντικό δέλεαρ. Αλλά μια δεύτερη-πρόσφατη- ανάγνωση με απόσταση εικοσαετίας από την πρώτη, δείχνει ότι η αξία του έργου δεν περιορίζεται απλώς στον ομολογουμένως απολαυστικό, μέχρι τελικής πτώσεως κυνισμό του.

Με δυο λόγια η υπόθεση: Μια πλούσια μεγαλοκοπέλα της επαρχιακής κωμόπολης Αλενσόν αναμένει απεγνωσμένα να παντρευτεί εκπληρώνοντας το ιδεώδες της εποχής για τη γυναίκα. Η «καλή» δεσποινίς Κορμόν είναι κατά γενική παραδοχή αγαθή στα όρια της βλακείας, ωστόσο αξιοσέβαστη λόγω του πλούτου της και των χρηστών ηθών της. Στο σαλόνι της δεξιώνεται καθημερινά σχεδόν όλο τον καλό κόσμο της Αλενσόν, αλίμονο δίχως ίχνος από τη μαεστρία και το σπιρτόζικο πνεύμα μιας ντοστογιεφσκικής ή τολστοικής οικοδέσποινας.

Τρεις εντελώς διαφορετικοί μνηστήρες την πολιορκούν ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ο πλούτος τής διόλου γοητευτικής μεγαλοκοπέλας είναι ξεκάθαρα ο λόγος που θέλει καθένας τους να την παντρευτεί. Ο ξεπεσμένος ιππότης ντε Βαλουά, ένα κομψό παράσιτο μιας κάποιας ηλικίας, που εκπροσωπεί τη φινέτσα της παλαιάς αριστοκρατίας. Ο άξεστος και διεφθαρμένος επιχειρηματίας ντι Μπουσκιέ, ανάλογης ηλικίας με τον ιππότη, που στερούμενος μιας κάποιας επιφανούς καταγωγής υποστηρίζει αναγκαστικά τα νέα φιλελεύθερα ήθη που αναδύονται μετά την πτώση του Ναπολέοντα. Ο Αθανάσιος, ετών 24, υπερβολικά νέος για τη γεροντοκόρη που ήδη διανύει την πέμπτη δεκαετία της ζωής της. Εξαιρετικά ευφυής, ένας φτωχός και βλοσυρός διανοούμενος που θέλει τα χρήματα της πολύφερνης νύφης για να καταφέρει επιτέλους να ξεφύγει από τη μιζέρια που εμποδίζει τη διάνοιά του να αναγνωριστεί και να λάμψει. Αυτός ο τελευταίος μέσα στην αφέλειά του ήταν ο μόνος από τους τρεις που αγάπησε πραγματικά τη γεροντοκόρη.

Ασφαλώς παρελαύνουν κι άλλα πρόσωπα που πλαισιώνουν τα βασικά με πιο ενδιαφέρων τη νεαρή και όμορφη υπηρέτρια Σουζάνα, το ακριβές αντίθετο της γεροντοκόρης. Αυτή εκβιάζει ή χρησιμοποιεί τους άλλους –με εξαίρεση τον Αθανάσιο τον οποίο ερωτεύεται- προκειμένου να υλοποιήσει το δικό της όνειρο ανόδου, να γίνει μια εταίρα πολυτελείας στο Παρίσι. Ο Μπαλζάκ τους μπλέκει όλους σε ένα αριστοτεχνικό γαϊτανάκι αποκαλύπτοντάς μας όχι μόνον την εξωτερική τους εμφάνιση και τον τρόπο που αυτή συνάδει στο πνεύμα, τις προθέσεις και την καταγωγή του καθενός, αλλά και τις μύχιες σκέψεις τους, κάθε κρυφή τους σκευωρία, μικρότητα, υπολογισμό ή αφέλεια. Τίποτα απολύτως δεν διαφεύγει από την πένα του, ούτε καν μια ανεπαίσθητή κίνηση του μικρού τους δαχτύλου, που ο μάγος Μπαλζάκ την αιτιολογεί καίρια με τον ξεκαρδιστικό και οξύνου κυνισμό του.

Φυσικά δεν θα μπορούσε να επικρατήσει άλλος από τον ντι Μπουσκιέ, τον χοντροκομμένο τυχοδιώκτη που επιθυμεί διακαώς να πολιτευτεί για να ισχυροποιήσει τη θέση του και να ικανοποιήσει τη φιλοδοξία του. Το έργο γράφτηκε σε μια εποχή που η μοναρχία είχε κλυδωνιστεί σοβαρά και από τη Γαλλική Επανάσταση και από τον Ναπολέοντα. Η παλαιά αριστοκρατία, ήδη παρηκμασμένη, παρά τους αβρούς της τρόπους και την επιφανειακή εκλέπτυνσή της -που εκφράζονται θαυμάσια στη μορφή και τη συμπεριφορά του ντε Βαλουά-, δεν γίνεται να διατηρηθεί. Δεν έχει υπόσταση. Ο ιππότης δεν είναι κι αυτός παρά ένας προικοθήρας και εξίσου τυχοδιώκτης με το φιλελεύθερο ντι Μπουσκιέ, Φροντίζει μάλιστα να είναι καλεσμένος στα σαλόνια της επαρχιακής κωμόπολης για να τρώει και να εξασφαλίζει λίγα χρήματα από τη χαρτοπαιξία. Όσο για το δυστυχή Αθανάσιο, αυτός παραείναι απορροφημένος από την ελιτίστικη φιλοδοξία του να γίνει γνωστός στον χώρο του πνεύματος, ώστε να καταφέρει να είναι πρακτικός και να διεκδικήσει επαξίως το χέρι της δεσποινίδος Κορμόν.

Η διανόηση λοιπόν εξ ορισμού αποστασιοποιημένη από την πραγματικότητα και τον πρακτικό χειρισμό της. Περιχαρακωμένη στα βιβλία της και τον αυτισμό της δεν έχει καμία ελπίδα να ανταγωνιστεί ούτε τον άξιο σκευωρό του συντηρητισμού με το λούστρο της παλαιάς και έμπειρης αριστοκρατίας (ιππότης Βαλουά), ούτε τον άγαρμπο μηχανορράφο ντι Μπουσκιέ με τον ισοπεδωτικό του φιλελευθερισμό που καταλύει εν τέλει κάθε έννοια ήθους, νομιμότητας και καλού γούστου. Η δύστυχη γεροντοκόρη, ακόμα κι αν δεν έπασχε από ανίατη αφέλεια και νοητική αγκύλωση και ήταν σε θέση να επιλέξει, δεν είχε στην πραγματικότητα καμιά επιλογή. Ανάμεσα σε μια αιθεροβάμονα και αυτιστική ελίτ του πνεύματος και σε δυο κηφήνες διαφορετικής πολιτικής απόχρωσης, δεν ισχύει το «μη χείρον βέλτιστον». Είναι και οι τρεις επιλογές χείριστες.

Έτσι ο διανοούμενος Αθανάσιος αυτοκτονεί μη βρίσκοντας καμιά πρακτική διέξοδο (το ύψιστο σημείο σαρκασμού στο βιβλίο), ο ηττημένος ιππότης εγκαταλείπει τους κομψευάμενους τρόπους του χάνοντας ολότελα την αίγλη του και ο ντι Μπουσκιέ παχαίνει εγκαταλείποντας ακόμα και τα αρχικά προσχήματα που συντηρούσαν το υποκριτικό του ενδιαφέρον για την γεροντοκόρη. Η οποία γεροντοκόρη, πιστή στην εθελούσια και βλακώδη υποταγή στον σύζυγό της, διόλου δεν διαμαρτύρεται για την αδιαφορία προς το πρόσωπό της ούτε για την υφαρπαγή του πλούτου της, μόνο στωικά υπομένει. Κι αν καμιά φορά παραπονιόταν, ο μικροαστικός περίγυρος της Αλενσόν απορούσε με το θράσος της να ζητά περισσότερα από τον άντρα της. ‘Έτσι η δύστυχη γεροντοκόρη στωικά παρέμεινε παρθένα. Διότι ο Ντι Μπουσκιέ όχι μόνον δεν κατάφερε να της χαρίσει ένα παιδί, αλλά ούτε καν αποπειράθηκε!

Πού βρίσκεται λοιπόν το ενδιαφέρον για τον σύγχρονο Έλληνα αναγνώστη; Γιατί είναι τόσο επίκαιρη η Γεροντοκόρη του Μπαλζάκ και η γαλλική κοινωνία του β΄ μισού του 19ου αι.;

Χρειάζεται άραγε ακόμα να πει κανείς για τη μαραμένη Ελλάδα που παρά τις αγκυλώσεις και την αφέλειά της ίσως άξιζε καλύτερους μνηστήρες, κάποιον έστω στοιχειωδώς ικανό να την κάνει να καρπίσει;

Χρειάζεται να μιλήσει για τη στείρα διανόηση και για την (πολιτική) λογοτεχνία που κατά κανόνα-αν εξαιρέσουμε ορισμένες αξιόλογες εξαιρέσεις- δεν έχει τίποτε εν έτει 2015 καλύτερο να προσφέρει από αναμασήματα περί εμφυλίου; Είναι δυνατόν ο πολιτικός λόγος της να εξαντλείται σε μια περίοδο που σχεδόν κανένα κοινό δεν έχει με τη δική μας (παρά τις γραφικές προσπάθειες από πολλές πλευρές να επισείσουν τον κίνδυνο ενός νέου εμφυλιοπολεμικού κλίματος); Αν ο Βαλουά και ο ντι Μπουσκιέ ερίζουν, σε τι μπορεί αυτό να αφορά την αφελή νύφη, αφού κανείς από τους δυο δεν είναι ικανός να τη γονιμοποιήσει; Ή μήπως υπάρχει χρεία να μιλήσει κανείς για τη συγγραφική διανόηση που συνηθέστατα εξαντλείται σε ατομικές περιπτώσεις ανίκανες να ενταχτούν σε κάτι που μας αφορά συλλογικά; Ή ακόμα χειρότερα που δεν είναι παρά στείρα αποτύπωση μιας αδιέξοδης μιζέριας που αποκοιμίζει με την ναρκισσιστική θλίψη της αντί να αφυπνίζει… Ο Αθανάσιος αυτοκτόνησε. Αν δεν είχε κάτι καινούριο να πει, μάλλον καλά έκανε.

Όσο για τον Βαλουά και τον ντι Μπουσκιέ και τους κόσμους που αυτοί εκπροσωπούν, η αντιστοιχία με τα ελληνικά πράγματα μου φαίνεται τόσο εμφανής, που είναι περιττή μια περαιτέρω αναφορά, πόσο μάλλον που αυτό το μπλογκ είναι καθαρά βιβλιοφιλικό. Η παλαιά φρουρά-που αλίμονο δεν διαθέτει τουλάχιστον τη φινέτσα ενός Βαλουά- εναντίον της νέας τάξης –που δυστυχώς δεν διαθέτει στο ελάχιστο τις πρακτικές δεξιότητες και την καπατσοσύνη ενός Μπουσκιέ.

Ωστόσο η πολιτική σκέψη είναι σχεδόν αδύνατο να μην εκφραστεί στην καλή λογοτεχνία (εκτενέστερη ανάλυση περί του θέματος στο σχετικό ποστ του Βιβλιοκαφέ). Ακόμα και αν πρόκειται για μια τόσο κλασική ηθογραφία, όπως η Γεροντοκόρη του Μπαλζάκ. Ακόμα και σε αυτήν. Η Γεροντοκόρη μοιάζει υπό αυτό το πρίσμα ένα αμιγώς τελικά πολιτικό βιβλίο αν διαβαστεί σήμερα, αρκούντως επίκαιρο για κάθε «καλή» δεσποινίδα Κορμόν που αφήνεται δια βίου παρθένα με τη συνδρομή των ανίκανων και επιπλέον ατομικιστών μνηστήρων της. Ποιος θα υφαρπάξει τα πλούτη της είναι θέμα ιστορικής συγκυρίας. Μήπως θα έπρεπε αυτή η κακομοίρα η δεσποινίδα Κορμόν να πάψει να είναι «καλή»;

Advertisements

4 thoughts on “Η Γεροντοκόρη, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Εξάντας 1989

  1. Βιβλιοκοκκυγία,
    δεν πείστηκα ότι πρόκειται για αμιγή πολιτική λογοτεχνία,
    αλλά για κοινωνικό μυθιστόρημα με πινελιές πολιτικής.
    Η κοινωνική ταξική ιεραρχία της γαλλικής κοινωνίας,
    όσο κι αν παραπέμπει σε πολιτικά θέματα, αντανακλά, όπως το καταλαβαίνω από την ανάρτησή-σου,
    το κοινωνικό στάτους της χώρας, αλλά και πολλών άλλων ανάλογων κοινωνιών.
    Μπορεί να κάνω λάθος.
    Το πολιτικό ξεπηδά μέσα από το κοινωνικό και όλα είναι θέμα αναλογίας.
    Καλό μήνα
    Πατριάρχης Φώτιος

    Μου αρέσει!

  2. Καλό μήνα και σε εσάς
    Αν και το ποστ σας ήταν σαφέστατο περί του τι θεωρείτε και θεωρείται πολιτική λογοτεχνία, είπα να φέρω στην επιφάνεια ένα έργο που μου φαίνετααι σαφώς πολιτική αλληγορία. Τα σέβη μου Πατριάρχα.

    Μου αρέσει!

  3. Είναι μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για μένα το blog σας καθώς βρίσκω πολλούς τίτλους που ήδη προτιμώ, αλλά και συναντώ ένα περιβάλλον εικαστικά απέριττο που εστιάζει στην ουσία.
    Σουμέλα

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s