Ξενοδοχείο Ίρις, Γιόκο Ογκάουα, Άγρα (2008)

ογκάουα+-+ξενοδοχείο+ίρις.gifΧαρακτηριστικό της Ογκάουα σε όσα τουλάχιστον βιβλία της έχω διαβάσει (Ο παράμεσος, Άρωμα πάγου, Ο αγαπημένος μαθηματικός τύπος ου καθηγητή) είναι η μνήμη σε συνδυασμό με έναν υπολανθάνοντα συνήθως ερωτισμό. Το Ξενοδοχείο Ίρις διαφέρει κάπως. Η μνήμη λάμπει δια της απουσίας της, άρα η συγγραφέας επιλέγει τον αντίποδα, τη λήθη. Όσο για τον υφέρποντα ερωτισμό, εδώ γίνεται κραυγαλέος και ακραίος σε βαθμό να μπορούσε κανείς να πει ότι η ηδονή είναι ο βασικός άξονας.

Η θεματολογία της Ογκάουα και εν μέρει η ιδιότυπη ατμόσφαιρα των έργων της δεν είναι ολωσδιόλου άσχετη, καθώς φαίνεται, με τη γιαπωνέζικη κουλτούρα. Αρκεί κανείς να αναλογιστεί το θέατρο Νο και τα έργα του ανανεωτή του, Γιούκιο Μισίμα, ή αξιόλογα δείγματα του σύγχρονου κινηματογράφου, όπως την ταινία Survive Style 5+ (2004) του Gen Sekiguchi ή το εξαιρετικό Okuribito (2008) του Yojiro Takita. Και αυτά χωρίς να συνυπολογιστεί η σημερινή λογοτεχνική παραγωγή, συγγραφέων όπως ο Χαρούκι Μουρακάμι ή ακόμα και λίγο παλαιότερων όπως ο νομπελίστας Κενζαμπούρο Όε (Μια προσωπική υπόθεση, 1964).

Αν εξαιρέσει κανείς το Μουρακάμι (ο οποίος, κρίνοντας από το μόνο του έργο που έχω διαβάσει, το Νορβηγικό Δάσος, δεν βλέπω προς το παρόν να προσεγγίζει τον έρωτα ή τη μνήμη με παράλληλο τρόπο όπως οι άλλοι), είτε μιλάμε για θέατρο είτε για σινεμά ή λογοτεχνία, η μνήμη καθίσταται εμμονικό θέμα που διαποτίζει βαθιά και με ποικίλους τρόπους τα έργα των ιαπώνων.

Στο Ξενοδοχείο Ίρις η Ογκάουα θέλει την απουσία της μνήμης να αποτελεί χαρακτηριστικό του ηλικιωμένου ήρωά της, του μεταφραστή. Αποσιωπά το παρελθόν του με ζήλο, προσπαθεί εναγωνίως να το αποκρύψει τόσο από τον εαυτό του, όσο και από την έφηβη που τον επισκέπτεται και συνάπτει μαζί της ερωτική σχέση. Και δεν είναι μονάχα το πέπλο του μυστηρίου γύρω από την οικογένειά του ή τη νεκρή γυναίκα του και τους λόγους που αυτή πέθανε. Ακόμα παραπέρα είναι η παντελής έλλειψη οποιουδήποτε στοιχείου που θα μπορούσε να συνδέσει τον άντρα με το παρελθόν ή ακόμα και το παρόν. Δεν υπάρχει στο σπίτι του ραδιόφωνο, φωτογραφίες, κάτι που να δεικνύει την πρότερη ζωή του ή να δείχνει το ενδιαφέρον του για την τρέχουσα επικαιρότητα. Τα μόνα στοιχεία που περιγράφουν στην έφηβη το βίο του είναι όσα ο ίδιος επιλέγει να της πει, τα οποία ο αναγνώστης μπαίνει ενίοτε στον πειρασμό να αμφισβητήσει.

Πράγματι, το περίφημο ρώσικο μυθιστόρημα που μεταφράζει με ηρωίδα κάποια Μάρι, συνονόματη της έφηβης που ερωτοτροπεί, κατά τα φαινόμενα δεν υπάρχει. Ένα γυναικείο μαντήλι που βρίσκει η νεαρή είναι το μοναδικό τεκμήριο του παρελθόντος του, αν εξαιρέσει κανείς την αναπάντεχη επίσκεψη του μουγγού ανιψιού του, που πιο πολύ συσκοτίζει το παρελθόν του μεταφραστή παρά το φωτίζει: είναι πράγματι ανιψιός του;

Τα πάντα θολά, είναι και δεν είναι, υπάρχουν και δεν υπάρχουν, ένας βάλτος όπου τα ίχνη κάθε μνήμης έχουν επιμελώς καλυφθεί, ώστε να μη μείνει στο προσκήνιο παρά μια εφιαλτική λήθη που θέτει υπό αμφισβήτηση ακόμα και τα πιο απλά πράγματα. Όσο για τη Μάρι, την έφηβη ηρωίδα, αυτή ούτως ή άλλως λόγω του νεαρού της ηλικίας της δε διαθέτει παρά μια πολύ πρόσφατη μνήμη που επικεντρώνεται κυρίως στους εκλιπόντες άρρενες της οικογένειάς της, πατέρα ή παππού. Μια μνήμη ρηχή και αδέξια που χρησιμεύει μονάχα για να δικαιολογήσει πιθανώς η συγγραφέας την έλξη της έφηβης για τον κατά πολύ μεγαλύτερό της μεταφραστή.

Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον αντιπαρατίθεται ένας σαρκικός ερωτισμός, που εξαιτίας της αμεσότητας και ωμότητάς του, μεταλλάσσει την ανάρια ατμόσφαιρα της αραιωμένης μνήμης σε μια παντελώς απτή πραγματικότητα. Τα φαντάσματα της λήθης από τη μια, ο ακραίος έρωτας με λεπτομερή περιγραφή σαδομαζοχιστικών σκηνών από την άλλη. Αυτή φαντάζομαι η αντίστιξη είναι που κάνει το Ξενοδοχείο Ίρις να ονομάζεται ξεκάθαρα λογοτεχνία και όχι πορνογράφημα. Επιπλέον οι ερωτικές σκηνές φλερτάρουν έντονα με το δίπολο έρωτας-θάνατος, όχι όμως με τον κοινότυπο τρόπο ενός πολυφορεμένου μοτίβου, αλλά πιο ουσιαστικά.

Κάθε ερωτική συνεύρεση του παράταιρου ζευγαριού ευθύς εξ αρχής είναι συνυφασμένη ποικιλοτρόπως με το θάνατο. Ο μεταφραστής είναι αρκετά ηλικιωμένος-συνεπώς ο θάνατος βρίσκεται για αυτόν κοντά- και η Ογκάουα δεν παραλείπει να μας τονίζει διαρκώς τα σημάδια του γήρατος στο σώμα του. Η έφηβη υποβάλλεται εκουσίως σε αμέτρητα βασανιστήρια από τον γηραιό εραστή της φτάνοντας σταδιακά πολύ κοντά στο να πεθάνει. Η ίδια είναι πεπεισμένη ότι ο ηλικιωμένος άντρας θα τη δολοφονήσει πάνω στην ερωτική πράξη, όπως πιστεύει ότι έκανε και με τη γυναίκα του. Και βέβαια η σύζυγος του μεταφραστή, τη θέση της οποίας ούτε λίγο ούτε πολύ φιλοδοξεί να πάρει η έφηβη, είναι νεκρή.

Από μόνες τους οι ακραίες ερωτικές καταστάσεις δεν θα αρκούσαν να μας δείξουν πως η απώλεια που βιώνουν οι εραστές μετά το τέλος της ερωτικής πράξης είναι ένα είδος θανάτου. Δεν νομίζω καν ότι η συγγραφέας περιορίζεται σε αυτό. Η Ογκάουα είναι γιαπωνέζα και αυτό από μόνο του ίσως μας λέει κάτι. Τα όρια μεταξύ ζωντανών και νεκρών συχνά παραβιάζονται στην κουλτούρα αυτού του λαού. Τα Νο είναι χωρίς σχεδόν καμιά εξαίρεση μια αλληλεπίδραση ζωντανών και νεκρών. Τα φαντάσματα έρχονται για να επαναφέρουν στον πάνω κόσμο την απολεσθείσα μνήμη. Τα ωραιότερα ίσως από αυτά τα θεατρικά μιλούν για κάποια ερωτική ιστορία που παρά την τυποποιημένη φόρμα του είδους, καταφέρνουν να προσεγγίσουν με εξαιρετικό τρόπο το τρίπτυχο πια, ίσως μπορούμε να πούμε, έρωτας-θάνατος- μνήμη. Τι σχέση έχει το Ξενοδοχείο Ίρις; Μια σύγχρονη συγγραφέας παλεύει με αυτά τα τρία στενά συνδεδεμένα στοιχεία με μια ευαισθησία και έναν ερωτισμό που δύσκολα θα πετύχαινε ένας δυτικός, ακόμα και αν επρόκειτο για το Φίλιπ Ροθ της «Ταπείνωσης» ή του «Ο Καθηγητής του Πόθου».

Ίσως οι ιαπωνικές καταβολές να εξηγούν και την υποτακτικότητα της ηρωίδας στη μητέρα της, στην κλεπτομανή καθαρίστρια και πάνω από όλα στις διαθέσεις του ηλικιωμένου άντρα. Μια υποτακτικότητα που αρχικά ξενίζει, στη συνέχεια ωστόσο ανατρέπεται με έναν παράδοξο τρόπο. Η έφηβη υποτασσόμενη αποκτά δύναμη, την οποία δεν αργεί να επιδείξει όταν απαιτείται. Το θύμα γίνεται κάποιες στιγμές θύτης, αλλά κυρίως αφήνεται στις ορέξεις και στις προσταγές των άλλων όχι από αβουλία, όπως ο δυτικός αναγνώστης είναι πεπεισμένος, μα από μια ισχυρή βούληση που παρακάμπτει τα εμπόδια και τα αποδέχεται για να πάει παραπέρα, πιο βαθιά στην κατανόηση. Ίσως τελικά και στη νόηση.

Οπωσδήποτε ακόμα και για κάποιο αναγνώστη που έχει ακόμα λιγότερα από εμένα υπόψη του για τη γιαπωνέζικη λογοτεχνία, η Ογκάουα και το Ξενοδοχείο Ίρις, δύσκολα θα ξεχαστούν.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s