Υπερατλαντικός, Κόλουμ ΜακΚαν, Καστανιώτης 2015

index
Αναμφισβήτητα ο ιρλανδός συγγραφέας τόσο στο «Κι άσε τον κόσμο τον μεγάλο να γυρίζει» όσο στο τελευταίο του μυθιστόρημα, το «Υπερατλαντικός» δεν περιορίζεται απλώς να γοητεύσει τον αναγνώστη. Επιτυγχάνει κάτι πολύ παραπάνω, να σκάψει βαθιά και να μας μεταφέρει την αίσθηση ότι αγγίζει κάτι πιο ουσιαστικό από την επιδερμική ψυχαγωγία. Οι ήρωές του προσπαθούν να γεφυρώσουν τα χάσματα μέσα τους διασχίζοντας τον ωκεανό. Εξού και ο τίτλος του βιβλίου. Στην άλλη άκρη επιχειρούν να ανακαλύψουν το άλλο τους μισό, αυτό που θα τους ακεραιώσει ως άτομα. Σύντομα διαπιστώνουν ότι και τα δύο μισά τους, όπως εκφράζονται επιπλέον μέσα από τη γενιά τους και τους ανθρώπους που συναντούν, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα και εντελώς απαραίτητα για την ακεραίωσή τους.

Πιο συγκεκριμένα ο συγγραφέας μιλάει για την περιρρέουσα μνήμη ανάμεσα σε γενιές και ανθρώπους και τόπους, τις γέφυρες που συνέχουν το χωροχρόνο έτσι ώστε το μεμονωμένο άτομο να διαγράφει μεν τη δική του ανεξάρτητη προσωπική πορεία, αλλά όχι στο χάος. Ένας γερά δομημένος ιστός, όπως τον καταδεικνύει στο βιβλίο του ο ΜακΚαν, επιτρέπει στον άνθρωπο να δει τη διαδρομή της ζωής του και την αναπόφευκτη πτώση του στην άβυσσο όχι ως κάτι τελεσίδικα άχρηστο και άδικο, αλλά ως κάτι που πάντα γινόταν και θα γίνεται. Οι συνδέσεις που εντωμεταξύ ο ήρωας θα προλάβει να κάνει μεταξύ ατόμων, γενεών, ηπείρων, είναι αυτές που θα νοηματοδοτήσουν την ακμή και την παρακμή του. Κι όταν έρθει το τέλος, του ταξιδιού, της γενιάς, της ζωής, δεν πειράζει, δεν ήρθε δα και το τέλος του κόσμου. γιατί ο κόσμος δεν τελειώνει μαζί μας. Θα συνεχίσει να υπάρχει. Δεν είναι ήδη αυτό παρηγορία; Δεν είναι άραγε αυτή η διαπίστωση-που τόσο δεξιοτεχνικά εξαναγκάζει ο ΜακΚαν τον αναγνώστη να κάνει-μια κινητήριος δύναμη για τη ζωή;

Ο Υπερτλαντικός ξεκινάει με την περιγραφή μιας σκηνής εν έτει 2012 σε μια αγροικία στην άκρη ενός κόλπου από κάποιον που αγνοούμε και ποιος είναι και πώς βρέθηκε εκεί. Η σκηνή αφορά στο θόρυβο που κάνουν τα όστρακα στη σκεπή, όταν οι γλάροι τα αφήνουν να πέσουν πάνω της. Όσα από αυτά πέφτουν με τη μύτη σπάνε και ανοίγουν. Τα πουλιά χιμούν και τα καταβροχθίζουν. Αν κάποιο πέσει με το πλάι, δεν ανοίγει, μόνο μένει κλειστό να κείτεται «σαν βόμβα που δεν πρόλαβε να εκραγεί». Η ίδια εικόνα επανέρχεται από ένα σημείο και μετά, αλλά κυρίως στο τέλος του βιβλίου και τοποθετείται χρονικά στο 2011. Τώρα πια καταλαβαίνουμε ποιος είναι ο αφηγητής στην αρχή. Ένας κύκλος έχει κλείσει, που δε λειτουργεί μονάχα ως λογοτεχνικό τέχνασμα, αλλά και δεικνύει τις προθέσεις επί της ουσίας τού συγγραφέα: η επαναλαμβανόμενη κυκλική διαδικασία που εκφράζεται είτε από τους γλάρους που πετάνε τα όστρακα στη σκεπή, είτε αλλού από τις αποδημητικές χήνες που επιστρέφουν ξανά και ξανά οι ίδιες ή οι απόγονοί τους στον δεδομένο τόπο. Αυτές και πλείστες άλλες σκηνές υπογραμμίζουν την αέναη κυκλική πορεία που διασφαλίζει τη συνέχεια. Μια συνέχεια που δεν περιλαμβάνει τα ίδια άτομα, ούτε καν κατ’ ανάγκη τους απογόνους τους. Στην τελευταία ιστορία δεν υπάρχει εν ζωή κάποιος γιος ή κόρη να συνεχίσει την κυκλική διαδρομή. Μα δεν είναι αυτό το ζητούμενο, να διαιωνιστούν δηλαδή τα γονίδιά μας! Ζητούμενο είναι η συνέχεια, να ολοκληρωθεί άλλος ένας κύκλος, ίσως από τα παιδιά μας, ίσως από άλλους ανθρώπους, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η απρόσκοπτη κυκλική κίνηση της ρόδας που μας πάει πίσω μπρος, πάντως μας πάει.

Γι’ αυτό και καταληκτική φράση του βιβλίου είναι η εξής: «Πρέπει να θαυμάζουμε τον κόσμο που δεν τελειώνει κι αυτός μαζί μας». Την σκέψη αυτή κάνει μια γηραιά κυρία δίχως απόγονο εν ζωή, η οποία πουλάει το σπίτι της, μιας και αδυνατεί λόγω χρεών να το κρατήσει, σε κάποιους άλλους. Χωρίς δισταγμό. Έχει καταλάβει πως και αυτή σαν ένα ακόμα όστρακο, έπεσε στη σκεπή, δοκιμάστηκε και τώρα ήρθε η σειρά άλλων να δοκιμαστούν. Ο αγοραστής έχει πλήρη συναίσθηση αυτής της αλλαγής σκυτάλης. Το όστρακο που αφήνεται να πέσει από το γλάρο είναι πια ο ίδιος. Κάποτε θα λάβει τέλος και η δική του ελεύθερη πτώση. Μπορεί να σπάσει και να γίνει βορά των πουλιών, μπορεί να παραμείνει ακέραιος σαν ωρολογιακή βόμβα που θα πυροδοτήσει νέους αέναους κύκλους άλλων προς όλες τις κατευθύνσεις.

Πάντως οι ήρωες του ΜακΚαν δεν «σπάνε». Μετατρέπονται ακόμα και μετά θάνατον όλοι τους σε ωρολογιακές βόμβες που αναμένουν απογόνους, ξένους, ακόμα κι εμάς τους αναγνώστες, οποιονδήποτε βρεθεί σε ικανή απόσταση, να τον φωτίσουν με τη σοφία τους: την ήρεμη αποδοχή της προαιώνιας μοίρας του ανθρώπου. Καμία φυγή σε άλλη ήπειρο δεν είναι αρκετή για να ανακόψει αυτή τη μοίρα. Ίσως να την μεταθέσει χωροχρονικά, αλλά το μόνο αποτέλεσμα του υπερατλαντικού ταξιδιού των ηρώων είναι να τους κάνει να αποδεχτούν ότι όλοι τους είναι σαν τα όστρακα που ρίχνουν οι γλάροι στη σκεπή της αγροικίας. Το κέρδος δεν είναι διόλου μικρό.

Στην πρώτη εκτεταμένη ιστορία δυο αεροπόροι στα 1919 οδηγούν το αεροπλάνο τους από την Αμερική στην Ιρλανδία λαμβάνοντας μέρος σε έναν διαγωνισμό για επίδοξους ταχυδρόμους. Μια δυσκίνητη δημοσιογράφος που καλύπτει το γεγονός και η νεαρή κόρη της, εγχειρίζουν στον ένα από τους δύο πιλότους ένα γράμμα για τους παλιούς εργοδότες κάποιας προγόνου τους που εργαζόταν στην άλλη άκρη του ατλαντικού ως καμαριέρα πριν μεταναστεύσει στο Νέο Κόσμο. Αυτό το γράμμα επιστρέφεται ανεπίδοτο στους αποστολείς και κληροδοτείται από γενιά σε γενιά μέχρι την τελευταία. Την επιστολή ανοίγει κάποιος που δεν ανήκει στη διαδοχή των γενεών, ένας αφρικανός που έχει μεταναστεύσει στην Ιρλανδία και ζει στο σπίτι της τελευταίας απογόνου. Κι άλλη γέφυρα λοιπόν μεταξύ ηπείρων. Αυτός είναι που αφουγκράζεται στα 2012 στην αρχή του βιβλίου τα όστρακα που σκάνε στη σκεπή. Αυτός παίρνει τώρα τη σκυτάλη για να συνεχίσει.

Ανάμεσα στο 2012 και στην τελευταία ιστορία που λαμβάνει χώρα το 2011, παρεμβάλλονται οι ζωές άλλων ανθρώπων από άλλες εποχές που συνδέονται θαυμαστά μεταξύ τους κάνοντάς μας να παραδεχτούμε πως δεν πρόκειται για μια συλλογή εκτενών διηγημάτων, αλλά για ένα μυθιστόρημα. Την ίδια εξάλλου τεχνική είχε χρησιμοποιήσει ο ΜακΚαν και στο άλλο του εξαιρετικό βιβλίο, το «Κι άσε τον κόσμο τον μεγάλο να γυρίζει». Έτσι εδώ στο «Υπερατλαντικός» βλέπουμε για παράδειγμα σε μια ιστορία που αναφέρεται στο ταξίδι στην Ιρλανδία του Ντάγκλας, του μαύρου αγωνιστή για την κατάργηση της δουλείας, μια σκηνή με την ιρλανδή καμαριέρα που εμπνέεται από τα λόγια του και τολμά το δικό της αντίστροφο ταξίδι. Εκείνη φεύγει από την Ιρλανδία και πηγαίνει στην Αμερική. Αργότερα σε άλλη ιστορία που διαδραματίζεται στο Νέο Κόσμο θα δούμε τη δική της ζωή σε πρώτο πλάνο και του Ντάγκλας, που έχει επιστρέψει στην πατρίδα του σε δεύτερο. Ο ΜακΚαν φροντίζει βεβαίως να έχει αφήσει και εδώ κάποιο νήμα μετέωρο που θα πιάσει στην επόμενη διήγησή του για να ξετυλίξει το μίτο. Με αυτόν τον τρόπο δένονται όλες οι ιστορίες του τόσο σφιχτά, ώστε δικαίως να μιλάμε για ένα, ιδιότυπο έστω, μυθιστόρημα.

Επιπλέον σε κάθε μια από τις ιστορίες του, στην οποία φωτίζεται θαυμάσια, αν και ψιθυριστά, ένας κεντρικός ήρωας, τίθεται ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερα αξιόλογο θέμα, που θα μπορούσε από μόνο του να αποτελέσει τη θεματική ενός ολόκληρου βιβλίου.
Στην ιστορία «1919-Νεφοσκιά» με τους αεροπόρους, που με ορατό τον κίνδυνο της συντριβής του αεροπλάνου τους επιμένουν να πετάξουν πάνω από τον ατλαντικό, το ταξίδι ορίζεται κυρίως ως φυγή από τον εαυτό. Λέει η Λότι, ένα δευτερεύων πρόσωπο, η ιστορία του οποίου θα αναπτυχθεί αυτόνομα αργότερα: «Εύρηκα. Το νόημα της πτήσης. Να απαλλαγείς από τον εαυτό σου. Αρκεί αυτός ο λόγος για να πετάς». Παρότι οι ήρωες δεν είναι έφηβοι πια, καταδεικνύεται θαυμάσια αυτή η κατά περιπτώσεις διαρκής εφηβική στάση ζωής, η στάση της απόρριψης του παιδικού εαυτού στην προσπάθεια να ενδυθεί ο άνθρωπος έναν ενήλικο σταθερό εαυτό.

Φυσικά ο συγγραφέας, όσο προχωρά η αφήγησή του, τόσο διερευνά άλλα θέματα που έχουν πια να αντιμετωπίσουν «ενήλικες» ανεξαρτήτου ηλικίας με αποκορύφωση το τελευταίο που θέτει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με το τέλος της ζωής του και εν προκειμένω και της γενιάς του. Υπάρχει με άλλα λόγια μια ανοδική κλιμάκωση των ζητημάτων που τίθενται σε κάθε ιστορία. Ενδεικτικά αναφέρω το θέμα της ελευθερίας, όπως αυτό σκιαγραφείται στο «1845-1846, Απελεύθερος». Εδώ ο μαύρος συγγραφέας Ντάγκλας έχει ταξιδέψει στην Ιρλανδία για να προπαγανδίσει την αναγκαιότητα για την κατάργηση της δουλείας στην Αμερική, αλλά εκεί τον περιμένει μια δυσάρεστη έκπληξη. Διαπιστώνει ότι η έλλειψη αφέντη είναι μόνο μία από τις ελευθερίες και ότι ο μη σκλάβος έχει να παλέψει με πολλά ακόμα πράγματα μέσα του αυτή τη φορά, για να έχει πραγματικά ελεύθερη βούληση.

Θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να μιλήσει κανείς αναλυτικά για όλες τις ιστορίες του «Υπερατλαντικός» και τα σοβαρά θέματα που καθεμιά τους θίγει. Η πυκνότητα νοημάτων λοιπόν είναι μια από τις πολλές αρετές του βιβλίου, μολονότι η γραφή είναι απλή, κατανοητή και ρέουσα (τα όποια παραπανίσια επίθετα θα μπορούσαν και να λείπουν, δεν μοιάζει να προσθέτουν τίποτε, αλλά μάλλον είναι πταίσμα μπροστά σε όσα συνολικά αποκομίζει ο αναγνώστης).

Να σημειώσω πάντως, επιστρέφοντας στο ζήτημα της δέσης αυτών των ιστοριών μεταξύ τους, πως χωρίζονται σε τρία βιβλία, όπως τα αποκαλεί ο ΜακΚαν, ενδεικτικό των προθέσεων του για ένα ολοκληρωμένο έπος της ανθρώπινης πορείας. Το πρώτο βιβλίο προλογίζουν λόγια του Galeano: «…ο χρόνος του παρελθόντος εξακολουθεί να χτυπάει ρυθμικά μέσα στο χρόνο του παρόντος». Το δεύτερο, μια ρήση του Wendell Berry, που αξίζει να την αντιγράψω ολόκληρη, ακριβώς επειδή περιγράφει με απόλυτη ακρίβεια το περιεχόμενο αυτού του μέρους: « Όμως αυτό δεν είναι η ιστορία μιας ζωής/είναι η ιστορία των ζωών, μαζί δεμένων/η μία την άλλη να καλύπτει, να διαδέχεται/ και να αναδύονται ξανά μνήμα το μνήμα». Αυτό ακριβώς κάνει εδώ ο ΜακΚαν: δείχνει πώς οι ζωές μπλέκονται και αναδύονται ξανά μνήμα το μνήμα. Ασφαλώς το ζήτημα της απώλειας δεν γινόταν να μείνει έξω από τα ενδιαφέροντά του. Και πια δεν αναφέρεται στην απώλεια του εαυτού, όπως στην αρχική ιστορία, αλλά στην απώλεια των άλλων, αυτών που αγαπάμε. Στο τρίτο, όπως το ονομάζει, βιβλίο υπάρχει μόνο μία ιστορία που δεν χρειάζεται να προλογιστεί. Ο τίτλος αρκεί: «Ο κήπος της μνήμης». Το παρελθόν κατευοδώνει μέλλον.

Ο Μακκαν κατά τη γνώμη μου δεν ξέρει μόνον πώς να γράψει. Ξέρει κυρίως τι να πει. Κι αυτό δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε δεδομένο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s