Γκιακ, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Αντίποδες 2014

giagk
Εννιά διηγήματα σε 120 σελίδες με ενιαίο θέμα και πανομοιότυπη δομή όσο και ύφος-τρόπο ανάπτυξης. Εννιά Αρβανίτες αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο κάποιο περιστατικό που κατά κανόνα έθιξε την τιμή τους και δεν βρήκαν δικαίωση παρά όταν επέστρεψαν από το μικρασιατικό μέτωπο. Ψευδομαρτυρίες λοιπόν-μιας και ο συγγραφέας δεν αναφέρει πουθενά στο βιβλίο του αν πρόκειται για αληθινές ιστορίες-, όπου όλοι οι πρωτοπρόσωποι αφηγητές εκτός από την κοινή καταγωγή είναι και απλοί άνθρωποι του χωριού.

Αυτό έχει ως συνέπεια να μην διαφοροποιείται ούτε γλωσσικά ούτε υφολογικά κανένα από τα διηγήματα εδραιώνοντας την πεποίθηση του αναγνώστη πως πρόκειται για έναν χαρακτήρα: ο μέσος λαϊκός Αρβανίτης που σκέφτεται, μιλά, δρα, αντιδρά με έναν προδιαγεγραμμένο και σαφώς καθορισμένο τρόπο εξαιτίας της φυλετικής καταγωγής, της εποχής, του τόπου, του φύλου και των κοινωνικών στερεοτύπων που τον περιβάλλουν. Πιθανότατα να ξεχωρίζει κάπως λόγω της ομοφυλοφιλίας του ένας εκ των κλώνων. Ομοίως διαφοροποιείται η «Παραλογή», μια κεντρικά τοποθετημένη παραλογή, που όσο κι αν είναι γοητευτική, απορώ ποια η χρησιμότητά της πέρα από το να υπογραμμίζει τη λαϊκή παράδοση.

Έτσι, ενώ ενθουσιάστηκα από το πρώτο διήγημα, το δεύτερο δεν είχε να μου προσφέρει παρά μια παραλλαγή άνευ ιδιαίτερων διακυμάνσεων. Προς το τέλος δε, νομίζω πως δεν ήμουν σε θέση να διακρίνω ποιος είναι ποιος, τόσο που ξέχασα και τις ιστορίες τους. Κάτι σαν τη Μέριλιν του Γουόρχολ σε πολλά διαφορετικά χρώματα. Πιθανότατα να μην ήμουν τόσο αυστηρή αν δεν μου είχαν δημιουργηθεί τόσες προσδοκίες εξαιτίας της μεγάλης προώθησης του βιβλίου (όποια πέτρα σήκωνες, έβλεπες από κάτω το Γκιακ) και των πολυπληθών όσο και σε γενικές γραμμές ενθουσιωδών κριτικών.
Για να επανέλθω, σε μια συλλογή διηγημάτων το ενιαίο θέμα είναι οπωσδήποτε αναγκαίο προσόν, αλλά όχι εις βάρος της πολυχρωμίας. Διαφορετικά ο αναγνώστης κουράζεται από το επαναλαμβανόμενο μοτίβο και από το γεγονός ότι κάτι ελάχιστα νέο έχει να πάρει από την ανάγνωση του επόμενου στη σειρά διηγήματος. Μια συλλογή διηγημάτων πρέπει να κάνει τη σκέψη να προχωράει, να θέτει νέα ερωτήματα, νέες πτυχές του θέματος, να εκπλήσσει, να πλάθει διαφορετικούς χαρακτήρες που διαφοροποιούνται και γλωσσικά και με άλλους τρόπους, να σε πηγαίνει παρακάτω, να σου ανοίγει έναν άλλον κόσμο, όχι τον ίδιο κάθε φορά. Διότι το υφολογικό στίγμα όχι μόνον-αν ο λογοτέχνης είναι ικανός- δεν χάνεται έτσι, αλλά απεναντίας τονώνεται, γιατί αποδεικνύει ότι ξέρει να ελίσσεται, υποταγμένο αλλά εμφανές, στις απαιτήσεις των πολυσχιδών χαρακτήρων. Ένα αίσθημα στασιμότητας λοιπόν, να το βασικό αρνητικό αυτού του βιβλίου.

Ο Παπαμάρκος είχε δημοσιεύσει, καθώς διαβάζουμε στο τέλος, κάθε ένα από τα διηγήματα του Γκιακ σε ποικίλα λογοτεχνικά περιοδικά. Σε αυτήν την περίπτωση, κάθε διήγημα μεμονωμένα λειτουργεί και μάλιστα θαυμάσια. Ίσως να μην ήταν πολύ καλή ιδέα να τα συγκεντρώσει όλα μαζί σε συλλογή. Εξάλλου δεν ήταν αυτή η αρχική τους χρήση και σκοπιμότητα, και αυτό είναι εμφανές.

Ποια η βασική αρετή του Γκιακ; Ούτε η γλώσσα-παρότι την απόλαυσα για τη γλαφυρότητα και την ευστοχία της. Εξάλλου είναι άκρως κατάλληλη για προφορική μαρτυρία. Ούτε η ηθογραφία-ενδιαφέρον αλλά ξεπερασμένο το ηθογραφικό στοιχείο και η εμμονή σε αυτό. Ούτε το θέμα της βεντέτας και της εκδίκησης αυτό καθ’ εαυτό, γνωστό εξάλλου λίγο πολύ. Πολύ περισσότερο, προσόν του έργου δεν είναι ούτε οι αγριότητες του ελληνικού στρατού κατά τη μικρασιατική εκστρατεία, που ξεσκεπάζονται για πρώτη φορά κατά μία κριτική –του Χρίστου Παπαγεωργίου στο diastiho.gr, αν θυμάμαι καλά-. Δεν νομίζω ότι χρειαζόταν ο Παπαμάρκος για να αντιληφθεί αυτήν την ιστορική πραγματικότητα το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνεται. Τίποτα από αυτά λοιπόν δεν είναι τρομερό.

Το πραγματικά ενδιαφέρον βρίσκεται στην ιδιότυπη ειρωνεία του: Όλοι σχεδόν οι ήρωές του στην μικροκοινωνία που εντάσσονται, την αυστηρά οριοθετημένη από το εθιμικό δίκαιο, κόπτονται για κάποια κατάφωρη αδικία που υπέστησαν. Κάποια βαριά προσβολή, όπως για παράδειγμα ο φόνος και βιασμός της αδελφής, ή η αθέτηση του αρραβώνα και οι δολοπλοκίες για να βγει από τη μέση ο υποψήφιος γαμπρός. Το αίμα τους οι παθόντες το παίρνουν πίσω όχι άμεσα, αλλά αφού επιστρέψουν από τη Μικρά Ασία. Εκεί-και εδώ έγκειται το ενδιαφέρον- διαπράττουν αγριότητες αντίστοιχες με αυτές που υπέστησαν ή και πιο βαριές χωρίς καν να τους περνάει από το μυαλό-και σε αυτό επιμένει ο συγγραφές να φανεί ξεκάθαρα-ότι επαναλαμβάνουν και μάλιστα κατ’ έθος την ατιμία που υπέστησαν. Ο κώδικας τιμής τους και οι αξίες τους είναι καθοριστικά στον μικρόκοσμο του χωριού τους, αλλά μόλις απομακρύνονται από αυτό παύει να ισχύει. Είναι ελεύθεροι και νομιμοποιούνται να γίνουν οι θύτες. Σκοτώνουν, βιάζουν, προσβάλλουν, ασεβούν με κάθε τρόπο.

Ο ήρωας-θύμα μετατρέπεται σε θύτη, αλλά αυτή η θητεία του στην άλλη πλευρά, με αφορμή την έξοδο του από το μικρό χωριό του λόγω πολέμου, δεν φαίνεται να τον κάνει σοφότερο και για αυτό πιο μαλακό. Δεν διδάχθηκε τίποτα. Αποκλεισμένος δια παντός στα στενά κοινωνικά πλαίσιά του με στεγανά και παρωπίδες που τον κάνουν να φαίνεται και να είναι απλώς απομονωμένος και εξ αυτού καταδικασμένος στη βιαιότητά του. Σε έναν νόμο αίματος που έχει να κάνει με τις προσβολές προς αδελφές, γονιούς και βλάμηδες, έναν συγγενικό δηλαδή κύκλο. Η εσωστρέφεια της αρβανίτικης κοινωνίας υπογραμμίζεται με αυτόν τον τρόπο έντονα. Το γκιακ δεν είναι κάποιος θεσμός αυτοδικίας που αποκαθιστά την τάξη. Είναι ένας θεσμός που αφορά μια ομάδα ανθρώπων, τα μέλη της οποίας όταν βρίσκονται έξω από αυτήν δεν έχουν κανένα πρόβλημα να διαπράξουν τις ηθικές ασχήμιες, που θέλουν να αποκαταστήσουν ως παθόντες.

Ο βιασμός και φόνος μιας Τουρκάλας από συγχωριανό του στην πρώτη ιστορία, τη «Ντο τ’α πρες κοτσσίδετε», είναι παντελώς αδιάφορα στον αφηγητή-η ευαισθησία του εξαντλείται στο να μην προβεί και ο ίδιος σε ανάλογη πράξη εις μνήμην της βιασθείσας και φονευθείσας αδελφής του. Ακόμα πιο χαρακτηριστικό της άποψης που παρουσιάζεται παραπάνω, είναι το διήγημα «Σα βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί». Ο μπάρμπα-Κώτσος περιγράφεται στην αρχή ως ωραίος άντρας, ωραίος στο φέρσιμο, λεβέντης, πάντα με το χαμόγελο, το καλαμπούρι και κουβαρντάς. Αφηγείται ποικίλες βιαιοπραγίες που διέπραξε στο παρελθόν στο μικρασιατικό μέτωπο, σαν παράσημα ανδρείας, με αποκορύφωμα αυτήν του φόνου του χότζα. Το διήγημα τελειώνει:
«Τον ρώτησα τότες. Του λέω έτσι να τον πειράξω, ρε μπάρμπα-Κώτσο, όλο για αυτά μιλάς. Τόσο πολύ σου λείπουνε; Τόσο τα λαχταράς; Έσκυψε και μου λέει: Πιο κι από γυναίκα».
Κατά τα άλλα ο μπάρμπα-Κώτσος ήταν «ωραίος άντρας». «Ωραίος στο φέρσιμο». Αυτό, νομίζω, είναι και το καλύτερο διήγημα της συλλογής από την άποψη ότι συμπυκνώνει την ειρωνεία για τις αντιφάσεις της αρβανίτικης κοινωνίας, το μεγαλύτερο θετικό του Γκιακ.

Αίμα δύο ταχυτήτων λοιπόν. Αίμα νερωμένο, αίμα σάπιο, αίμα υστερόβουλο και απλοϊκό στον πρωτογονισμό του. Αίμα δίχως μπέσα, αίμα μπαμπέσικο. Το ζώο που μυρίζεται το αίμα των άλλων και το χύνει όποτε του δίνεται η ευκαιρία, αλλά διεκδικεί και προστατεύει με περισσή αψάδα το δικό του. Ο άνθρωπος κοντά στο ζώο. Ο πολιτισμός του ένα πρόσχημα για να κρύψει τα ζωώδη του ένστικτα. Ο παλαιός Αρβανίτης που δεν ντρέπεται να παρουσιάσει σε όλο του το μεγαλείο τον πόθο του ανθρώπινου είδους για το αίμα του αλλουνού.

Δεν ξέρω ποιες ήταν οι προθέσεις του συγγραφέα. Αγνοώ τι είχε κατά νου να περάσει στον αναγνώστη και ίσως δεν χρειάζεται να μάθω. Αν ένας συγγραφέας χρειάζεται να εξηγήσει το βιβλίο του, έχει αποτύχει. Αν πάντως η βασική (γιατί υπάρχουν και άλλες δευτερεύουσες κατά εμέ) γραμμή του Γκιακ είναι αυτή, τότε ίσως κατάφερε να πει κάτι σημαντικό που δεν θα ξεχαστεί την επόμενη μέρα.

Advertisements

2 thoughts on “Γκιακ, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Αντίποδες 2014

    • Πολύ φοβάμαι πως έχουμε διαφορετική άποψη του τι σημαίνει κριτική, πολύ περισσότερο που τα κείμενά μου ΔΕΝ είναι κριτικές, αλλά προσωπικές σκέψεις που απορρέουν από την ανάγνωση ενός βιβλίου. Σκοπός μου δε, είναι να αποτυπώσω τις εντυπώσεις μου, όσο πιο τεκμηριωμένα μπορώ -αν και οπωσδήποτε όχι όσο οφείλει να πράττει μια πραγματική κριτική. Επιτρέψτε μου ακόμα να σας πω ότι ο χαρακτηρισμός σας «αριστούργημα», στερείται οποιασδήποτε τεκμηρίωσης κι ως εκ τούτου δεν δύναται να εγείρει συζητήσεις! Με αφορισμούς θετικούς ή αρνητικούς δεν πάμε παρακάτω. Ευχαριστώ πάντως για το σχόλιο. Να είστε καλά.

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s