Ο καθηγητής του πόθου, Φίλιπ Ροθ, Πόλις 2006

2284143936-thumb-largeΑναπόσπαστο στοιχείο του ύφους του Φίλιπ Ροθ σε όσα τουλάχιστον βιβλία του έχω διαβάσει, είναι η διερεύνηση της ουσίας μέσα από ερωτικές διαδρομές. Το ίδιο και στο «Ο καθηγητής του πόθου» που παρά τον τίτλο, που κάνει τους συνεπιβάτες στο μετρό να λοξοκοιτάζουν τον αναγνώστη του, η λαγνεία, όπου αυτή αποθεώνεται, δεν αποτελεί παρά ένα μέσο για να αναζητήσει ο συγγραφέας το νόημα.
Εδώ εκτός από τις ερωτικές περιπέτειες υπάρχει κι άλλος πυλώνας: η λογοτεχνία. Ο Ντέιβιντ Κέπες, ο κεντρικός του χαρακτήρας είναι καθηγητής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο και παρά τις περιορισμένες αμφιβολίες του για το νόημα αυτής της επιλογής του, δεν απεκδύεται αυτή του την ιδιότητα. Πράγματι οι ερωτικές του διαδρομές ακολουθούνται, ιδίως από ένα σημείο της αφήγησης και μετά, από τα λογοτεχνικά τους αντίστοιχα. Ερωτικός πόθος και λογοτεχνία λοιπόν ή πώς τα αναγνώσματα γίνονται στη ζωή του αναγνώστη απτή πράξη με τη γεύση της σάρκας.
Γιατί ο Κέπες, την πορεία του οποίου παρακολουθούμε από την εφηβεία έως περίπου τα σαράντα του, είναι ένας συνειδητός αναγνώστης που τα διαβάσματά του δεν είναι κάποιο απαραίτητο πολιτισμικό αξεσουάρ. Είναι συνοδοιπόροι του στον πραγματικά βιωμένο κόσμο του. Είναι η ζωή του που παρελαύνει πρόδρομα ή που ανακαλύπτει μεταγενέστερα στις σελίδες των βιβλίων που διαβάζει. Η λογοτεχνία ως αρωγός στην προσωπική επιλογή. Γιατί φυσικά ο Ροθ δεν είναι τόσο αφελής ώστε να παγιδεύσει τον ήρωά του σε μια προκατασκευασμένη πλατφόρμα από βιβλία που τον καπελώνουν. Διατηρεί την απόλυτη ελευθερία του. Τα βιβλία έρχονται να πλαισιώσουν τις κατακτημένες στην πράξη επιλογές του κι όχι να τον πάρουν από το χεράκι καθοδηγώντας τον με τη γονεϊκή-όσο και άχρηστη-συμβουλή τους. Ούτε πολύ περισσότερο να μείνουν κενό γράμμα που καταναλώθηκε από τον αναγνώστη και πέρασε χωρίς να αφήσει ουσιαστικό αποτύπωμα.
Το ίδιο φαίνεται πως κάνει ο συγγραφέας και στο «Ταπείνωση». Ο ηθοποιός αυτή τη φορά είναι ο κεντρικός του ήρωας, που δια βίου υποκρίνεται επιτυχώς μια σειρά από εναλλακτικούς ρόλους-εαυτούς, αλλά τώρα στη δύση του οφείλει να βρει τον πραγματικό του εαυτό. Και τον βρίσκει στην ακραία ερωτική του περιπέτεια. Αυτή τον διδάσκει μέσα από την απώλεια της τελευταίας αυτής ερωτικής του συντρόφου τον καλύτερο και απόλυτα ταυτισμένο με την πραγματικότητά του ρόλο της ζωής του: Το ρόλο που θέλει τον ηθοποιό να αυτοκτονεί αντικρίζοντας κατάματα το τέλος του.
Φαίνεται για άλλη μια φορά λοιπόν πως το βασικό θέμα του Ροθ είναι το αντίκρισμα που έχει στην πραγματική ζωή το μη πραγματικό, το φαντασιακό, είτε πρόκειται για βιβλία, είτε για ηθοποιία. Στο ερώτημα λοιπόν αν ο μύθος χτίζει την πραγματικότητα ή η πραγματικότητα το μύθο, ο συγγραφέας δίνει μια ξεκάθαρη και έντιμη απάντηση: μύθος και πραγματικότητα αλληλεπιδρούν διαμορφώνοντας την αλήθεια του καθενός. Τη μόνη αλήθεια.
Αυτό με προϋπόθεση ασφαλώς την επώδυνη και ανήσυχη πορεία. Και πώς αλλιώς; Είναι κοινός τόπος πως ο εφησυχασμός δεν είναι γνώρισμα ούτε της αληθινής ζωής ούτε της μυθοπλασίας. Στο «Ο καθηγητής του πόθου» ο ήρωας είναι ένας ενσαρκωμένος Διόνυσος που βιώνει αλλεπάλληλους θανάτους και αναστάσεις. Κάθε βήμα του προς μία καινούρια ερωτική περιπέτεια είναι μια ανάσταση, μια ελπίδα που μέλλεται με μαθηματική ακρίβεια να τον οδηγήσει αργά ή γρήγορα στο τέλος της αδιέξοδης σχέσης. Ο θάνατος συνοδεύεται πάντα από μια νέα αρχή, ένας άλλος τύπος γυναίκας ξεπροβάλλει, μια ανάσταση που περιμένει να κάνει τον κύκλο της για να καταλήξει και αυτή στο τέλος της.
Η φωνή της λογικής, ο Απόλλωνας που με το πέρασμα του χρόνου κερδίζει έδαφος, τον παροτρύνει να μείνει με την τελευταία στη σειρά γυναίκα που παρουσιάζεται στο βιβλίο, την Κλερ, ενσάρκωση επί γης της ευτυχίας. Η Κλερ διαθέτει και με το παραπάνω όλα εκείνα τα γνωρίσματα που θα μπορούσε να επιζητήσει ένας σύντροφος. Αυτή τη φορά η ανάσταση μοιάζει να είναι μόνιμη, ο κύκλος δε φαίνεται να κλείνει στην τελική και αναπόφευκτη κατάληξη του τέλους. Κι όμως ο Ντέιβιντ νιώθει «λες κι είναι ένα σώμα σε ελεύθερη πτώση, τόσο ανήμπορο όσο οποιοδήποτε μήλο, πίσω στο κτήμα, που κόβεται από το δέντρο και πέφτει προς τη γη που το τραβάει». Ο Διόνυσος μέσα του επιζητεί το τέλος. Το θάνατο. Η παντοκρατορία του ενστίκτου και των ταραγμένων παθών είναι για άλλη μια φορά παρούσα. Τον τραβούν στο σκοτάδι κάνοντας το απολλώνιο φως της Κλερ, της συντρόφου που υπόσχεται διαρκή και παραδείσια ευτυχία, να μοιάζει καταδικασμένο.
Ο ήρωας του Ροθ παγιδευμένος ανάμεσα στα δυο λογοτεχνικά σύμπαντα: από τη μία ο ανέραστος Κάφκα, που μάλλον απωθούσε τις επιτακτικές απαιτήσεις της σάρκας και των παθών λέγοντας πως οι πραγματικοί άντρες αρκούνται σε μισό λεμόνι και δεν χρειάζονται το λουκάνικο που καταβρόχθιζε με βουλιμία ο συνάδελφος του από το γραφείο που εργαζόταν. Από την άλλη ο Γιούκιο Μισίμα και η Άννα Καρένινα του Τολστόι: Εδώ το πάθος περισσεύει, η σάρκα πρυτανεύει, ο σκοτεινός Διόνυσος προελαύνει αδιαμφισβήτητος νικητής. Και ανάμεσα στο Κάφκα και το Μισίμα, οι νεαρές πόρνες της Πράγας που ισορροπούν θαυμαστά στην κόψη εργαζόμενες τη μέρα ως αξιοσέβαστες γραμματείς ή πωλήτριες. Και ο Διόνυσος και ο Απόλλωνας σε αγαστή ισορροπία μέσα τους. Αυτό πώς; αναρωτιέται ο Κέπες.
Την απάντηση θα την ανακαλύψει αναπάντεχα στο τέλος του βιβλίου, αλλά δεν είναι αυτή που θα ευχόταν. Ο πατέρας του και ο εβραίος φίλος του που επιβίωσε από τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι φιλοξενούμενοι του νεαρού ζευγαριού, του Ντέιβιντ και της Κλερ. Ο Ντέιβιντ διστάζει να δώσει ένα τέλος στη σχέση του με την τέλεια Κλερ, αλλά ο Διόνυσος μέσα του δεν έχει πεθάνει. Το μόνο που μπορεί να τον σκοτώσει είναι μια στέρεη υπόσχεση για αδιαπραγμάτευτη ευτυχία στο πλευρό της Κλερ που θα εξαφανίσει δια παντός από το προσκήνιο το τέλος. Ένας διαρκής παράδεισος.
Ο ηλικιωμένος Εβραίος φίλος του πατέρα του αφηγείται τη ζωή του που με διάφορα τερτίπια κατάφερε να ξεγελάσει το διαρκώς επικείμενο τέλος ακόμα και κοροϊδεύοντας τον εαυτό του, είτε επρόκειτο για το θάνατο που τον περίμενε από τους ναζί, είτε για το θάνατο από μοναξιά. Ο κ. Μπαρμπάτνικ, όπως είναι το όνομά του, παντρεύτηκε μια άλλη Κλερ και κατέκτησε επιτέλους τον απολλώνιο και φωτεινό παράδεισο όπου ο θάνατος, ο κάθε μικρός θάνατος, απουσιάζει. Ο Διόνυσος όμως παίρνει την εκδίκησή του: «…ο πιο δυσοίωνος ήχος που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, θα ακουστεί όπου να ’ναι από το δωμάτιο στο οποίο είναι ξαπλωμένοι ο κύριος Μπαρμπάτνικ κι ο πατέρας μου, μόνοι κι ασυγκίνητοι, καθένας κάτω από τα καθαρά σκεπάσματα του κρεβατιού του». Κι αυτός ο ήχος δεν σηματοδοτεί απλώς το τέλος πριν από μια νέα αρχή. Είναι ο επιθανάτιος ρόγχος, το οριστικό τέλος. Ο Ντέιβιντ ξέρει πια ότι είτε αφήσει την Κλερ είτε όχι, η κατάληξη θα είναι η ίδια. Όπως πάντα ο Διόνυσος έχει τον τελευταίο λόγο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s