«Το σπίτι», Γιώργος Μήτας, Κίχλη 2014-«Μπαρ Φλωμπέρ», Αλέξης Σταμάτης, Κέδρος 2000

mitas-georgeΤο αναμφίβολα εξαιρετικά καλαίσθητο βιβλίο «Το σπίτι» του Γιώργου Μήτα-όπως εξάλλου είναι όλα τα βιβλία των εκδόσεων Κίχλη-αναφέρεται στην περιπέτεια της γραφής. Ένας επίδοξος συγγραφέας προσκαλείται από τον εκκεντρικό και υπερβολικά μυστικοπαθή ιδιοκτήτη ενός σπιτιού στην Ύδρα να δοκιμάσει τις συγγραφικές του δεξιότητες με αντίτιμο, αν πραγματικά παράγει λογοτεχνία, ένα έπαθλο, που έχει να κάνει με την παροχή διευκολύνσεων ώστε να ξετυλίξει από εκεί και πέρα απερίσπαστος το ταλέντο του. Ένα ταλέντο που πρέπει όμως πρώτα να αποδείξει.. Ένας μπάτλερ καρικατούρα και ένας σχεδόν δαιμονοποιημένος γάτος συμπληρώνουν το σκηνικό. Ο υποψήφιος αποδέχεται την πρόκληση και απομονώνεται εκούσια στο υδραίικο αρχοντικό προσπαθώντας να γράψει ένα διήγημα που στο τέλος της δοκιμασίας θα διαβάσει στον αλλόκοτο και επικίνδυνο, όπως τελικά αποδεικνύεται, οικοδεσπότη.
Πρόκειται για μια αλληγορία περί γραφής που συνδυάζει στοιχεία αστυνομικού θρίλερ. Ο επίδοξος συγγραφέας αφήνει πίσω του την βαρετή και τετριμμένη κατ’ αυτόν ζωή του, τα πρόσωπα και οι παράμετροι της οποίας αποτελούν ένα αδύναμο σχετικά φόντο μη πειστικό, πιθανότατα εσκεμμένα μιας και πρόθεση του Μήτα φαίνεται πως είναι να παρουσιάσει την πράξη της γραφής ως φυγή από την ανούσια και τετριμμένη πραγματικότητα.
Ωστόσο ο ανταγωνισμός για μια θέση στον ήλιο είναι σκληρός. Ο ήρωας πρέπει να αναμετρηθεί με άλλους επίδοξους συγγραφείς. Η επιλογή του τελικού νικητή είναι αυστηρή. Οι ανταγωνιστές δεν αποκτούν σάρκα και οστά, υπονοούνται ως διαρκής υπόμνηση στη δυσκολία ενός πρωτοεμφανιζόμενου να αποκτήσει το προβάδισμα και να προκριθεί.
Η Ύδρα ως σκηνικό φόντο είναι ένα μέρος μακριά από την πολύβουη πόλη. Ο Μήτας ορθώς δεν επιμένει στην περιγραφή του νησιού, αν σκοπός του είναι να τονίσει την κατ’ αυτόν αναγκαία απομόνωση του λογοτέχνη από τα εγκόσμια σε ένα περιβάλλον αποκομμένο από αλληλεπιδράσεις και θορύβους. Η γραφή είναι σίγουρα μοναχική υπόθεση, ωστόσο η επιλογή του να τοποθετήσει την πλοκή σε ένα νησί, παρουσιάζει κάπως το συγγραφέα σαν ένα είδος ερημίτη ή κάποιου ρομαντικού που αποφεύγει την πόλη προκειμένου να διαλογιστεί. Μια στερεότυπη και κάπως παλιομοδίτικη άποψη για το-σύγχρονο τουλάχιστον-μοντέλο του συγγραφέα.
Θα διαφωνήσω και με τη θέση του που θέλει το λογοτέχνη να επιλέγει την τέχνη του μάλλον ως φυγή από μια ζωή που δεν τον χωράει. Η λογοτεχνία δεν είναι κάποιου είδους ρομαντική φυγή, ένα καταφύγιο από την ανία της καθημερινότητας, ούτε από τη σκοπιά του συγγραφέα ούτε του αναγνώστη. Η λογοτεχνία κατά τη γνώμη μου είναι πράξη αυτογνωσίας και επικοινωνίας εντός της ζωής, την οποία οφείλει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη. Ακόμα λοιπόν και σε αλληγορικό επίπεδο η εμφανής δυσφορία και συναισθηματική αποστασιοποίηση του ήρωα από την καθημερινότητά του και τα πρόσωπα που τον περιβάλλουν, φαντάζει κάπως παρωχημένη για τα σύγχρονα δεδομένα, ακριβώς όπως και η απομόνωσή του σε ένα πανέμορφο μεν νησί, αλλά τόπο λίγο-πολύ διακοπών, όπου η ζωή ακολουθεί τους δικούς της ρυθμούς.
Από εκεί και πέρα εντός του σπιτιού στην Ύδρα υπάρχει μια τεράστια βιβλιοθήκη, προφανής αναφορά του Μήτα στην αναγκαιότητα να είναι ο επίδοξος συγγραφέας πρώτα απ’ όλα αναγνώστης. Γενικά εμφιλοχωρούν αρκετές αναφορές σε άλλα λογοτεχνικά έργα (26 τον αριθμό, όπως παρατίθενται στις Σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου), οι οποίες όμως δεν μοιάζουν τόσο οργανικά ενταγμένες ώστε να πείθουν πως δεν είναι απλώς μια παράθεση αναγνωστικών εμπειριών. Πιο πολύ οι αναφορές αυτές φαντάζουν να υπακούν σε μια άλλη στερεοτυπική άποψη που θέλει τον συγγραφέα μανιώδη αναγνώστη-σωστά μέχρι εδώ- και ουαί κι αλίμονο αν δεν επιδείξει τα αναγνώσματά του, όχι κατ’ ανάγκη αφομοιωμένα ως επιρροές στο έργο του, αλλά οπωσδήποτε ως τίτλους. (Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η καθιερωμένη ερώτηση σε συνεντεύξεις που δίνουν λογοτέχνες, ποια βιβλία διαβάζουν εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ή για ποια ντρέπονται που δεν έχουν διαβάσει).

b33646Ο Αλέξης Σταμάτης στο «Μπαρ Φλωμπέρ» που πρωτοεκδόθηκε αρκετά χρόνια νωρίτερα, το 2000, χρησιμοποιεί και αυτός κατά κόρον αναφορές στη λογοτεχνία-και όχι μόνο-, αλλά αυτές πράγματι εντάσσονται στο έργο του.
Το «Μπαρ Φλωμπέρ» εξάλλου έχει κοινό θέμα με το «Σπίτι» του Μήτα. Η επώδυνη περιπέτεια της γραφής. Και τα δύο περνούν τις απόψεις τους με το πρόσχημα της αστυνομικής πλοκής. Μόνο που ο Σταμάτης επιλέγει ένα πολύ πιο κοσμοπολίτικο σκηνικό, το οποίο εκμεταλλεύεται αρκούντως ώστε να καταλάβει ο αναγνώστης και πολλά πράγματα για τις ευρωπαϊκές πόλεις που περιηγείται ο κεντρικός του ήρωας. Όχι όμως ως απλή παράθεση πολιτισμικών στοιχείων και δρόμων, αλλά εμβαθύνοντας ενίοτε στην ιστορία της κάθε πόλης και καταδεικνύοντας σαφώς την επιρροή που έχει αυτή στα πρόσωπα. Πρόκειται εκτός των άλλων για ένα θαυμάσιο ταξιδιωτικό βιβλίο.
Η δε αστυνομική πλοκή του «Μπαρ Φλωμπέρ» δεν ξεφεύγει βεβαίως από την καρικατούρα (το πρόσωπο που ο ήρωας αναζητά είναι σχεδόν θεοποιημένο), αλλά οπωσδήποτε είναι πολύ δουλεμένη και πειστική και σίγουρα δεν λειτουργεί μονάχα προσχηματικά, αλλά και σε επίπεδο ενός αυτού καθ’ εαυτού καλού αστυνομικού. Αντίθετα ο Μήτας κρατάει την αστυνομική πλοκή σε ένα εμφανές προσχηματικό επίπεδο που δεν στέκεται αν αφαιρέσει κανείς τις περί γραφής απόψεις του. Ίσως αυτό να ήταν και η επιδίωξη του συγγραφέα ώστε να αποκλείσει το ενδεχόμενο να μείνει ο αναγνώστης σε αυτό το πρώτο επίπεδο της αστυνομικής πλοκής, με τίμημα όμως να μην μπορεί να έχει το βιβλίο του αξιώσεις για αυτό το διόλου ευκαταφρόνητο είδος της λογοτεχνίας.
Πέρα από αυτά τα περιφερειακά θέματα, και τα δυο έργα είναι σαφώς αυτοαναφορικά με την έννοια ότι ασχολούνται με την αγωνιώδη και συχνά επώδυνη πορεία του συγγραφέα-προτύπου προς την δημιουργία λογοτεχνίας. Οι συγγραφείς τους λοιπόν ασχολούνται με τον εαυτό τους. Στον Σταμάτη λόγω της πολυπολιτισμικότητάς του και της ευρείας γκάμας των χαρακτήρων του υπεισέρχονται και πλείστα άλλα επιμέρους ενδιαφέροντα θέματα που συνδέονται εύστοχα με το βασικό. Στον Μήτα που χρησιμοποιεί τρία μόνο πρόσωπα και έναν τόπο, την Ύδρα (η Αθήνα αναφέρεται περισσότερο ως αφετηρία του ταξιδιού), το θέμα του είναι κυρίαρχο και καθοριστικό και για αυτό ίσως λίγο στενό από την άποψη τουλάχιστον ότι μιλάει ξεκάθαρα έστω και αλληγορικά για την προσωπική του συγγραφική εμπειρία που ενδιαφέρει μάλλον τους συγγραφείς και τους φανατικούς βιβλιόφιλους. Επιπλέον τα όσα μας λέει για την εμπειρία της γραφής, αν και ενδιαφέροντα, δεν ξέρω αν προσθέτουν πολλά επί του θέματος.
Αίφνης αναλογίστηκα Τα Αντικλείδια του Παυλόπουλου που κατάφερε να εμβαθύνει τόσο πολύ στο ζήτημα. Βέβαια ο Παυλόπουλος είναι ποιητής και η ποίηση είναι εξ ορισμού η τέχνη της πυκνότητας. Είπε τόσο πολλά σε τόσες λίγες λέξεις. Δεν μπορεί να έχει κανείς τις ίδιες απαιτήσεις από την πεζογραφία και ούτε βέβαια χρειάζεται. Ίσως αν ο Μήτας είχε επεκταθεί περισσότερο, όπως έκανε ο Σταμάτης στο πολυσέλιδο μυθιστόρημά του, αντί να περιοριστεί σε μία νουβέλα ουσιαστικά 129 σελίδων, να είχε πετύχει περισσότερα με την τέχνη του της μυθιστοριογραφίας. Τουλάχιστον όσα κατάφερε να μας δώσει ο Αλέξης Σταμάτης στο «Μπαρ Φλωμπέρ».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s