Νοέμβριος, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Πατάκης 2014

νοεμβριος-σκαμπαρδωνης

Το «Νοέμβριος» του Σκαμπαρδώνη το διάβασα ευθύς μόλις πρωτοεκδόθηκε. Ήταν τόσος ο ενθουσιασμός μου που αποφάσισα να αφήσω λίγους μήνες να περάσουν πριν καταγράψω τις εντυπώσεις μου, ώστε να σιγουρευτώ ότι δεν είναι πρόσκαιρος. Αυτές τις μέρες ξαναέπιασα το βιβλίο στα χέρια μου. Η συγκίνηση ήταν αμείωτη, όπως και κατά την πρώτη ανάγνωσή του.
Γιατί αυτό θεωρώ ότι είναι το βασικό χαρακτηριστικό των τριάντα τριών διηγημάτων της συλλογής: ένα γνήσιο συναίσθημα που προκύπτει όχι από ομφαλοσκοπήσεις και ευθεία αναφορά σε αυτό, αλλά από περιγραφή καταστάσεων. Ο αφηγητής, όταν παίρνει το λόγο για να μιλήσει για το πώς νιώθει, το κάνει με φειδώ, αφού προτιμά να συνάγει τα συμπεράσματά του ο ίδιος ο αναγνώστης βασισμένος στα γεγονότα που παραθέτει. Τις φορές λοιπόν που παρεμβαίνει ο αφηγητής για να αποτιμήσει τη συναισθηματική του κατάσταση, το κάνει με τρόπο μεστό, θα έλεγα αφαιρετικό μέχρι ποιητικότητας, μια μικρή σημείωση με μεγάλο ειδικό βάρος. Και εκεί πάλι αφήνει τη σύντομη περιγραφή ενός αντικειμένου, μιας λεπτομέρειας, να μιλήσει αντί για αυτόν. Για του λόγου το αληθές αντιγράφω από το πρώτο διήγημα της συλλογής με τίτλο «Ο αυτόλυκος» που εμπνέει και το εξώφυλλο: «Με μάτια άγρυπνα, τρελά, κοιτάζω τα λευκά σεντόνια του παπλώματος. Μου φαίνονται ματωμένα, πορφυρά, κι ανασαλεύουν». Σε τόσο λίγες λέξεις, τόσο πολλά πράγματα.
Υπάρχουν κι άλλες αρετές στις μικρές ιστορίες του βιβλίου. Γιατί για ατόφιες μικρές φόρμες πρόκειται παρά για διηγήματα. Άλλωστε αυτή ακριβώς ήταν η επιδίωξη του συγγραφέα, το ελάχιστο, όπως τιτλοφορείται ένα από τα κείμενα, μόλις οκτώ γραμμών. Όλα τους βασίζονται σε ένα αποθησαύρισμα αναμνήσεων που με την αντικειμενική μεταφορά τους στο χαρτί μετουσιώνονται σε μνήμες που δεν αφορούν μόνον το συγγραφέα, αφορούν όλους μας. Ο Σκαμπαρδώνης κατάφερε να μετατρέψει την προσωπική μνήμη σε συλλογική παρακαταθήκη και για αυτόν ακριβώς το λόγο πολύ απέχουν τα γραπτά του από το να χαρακτηριστούν νοσταλγικά αναμασήματα με ρετρό διάθεση. Από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα, χωρίς καμιά εξαίρεση είχα την αίσθηση ότι βρίσκομαι μπροστά σε αυθεντική λογοτεχνία που έχει το χάρισμα να απλώνει το μερικό, το ατομικό, σε γενικό, να το κάνει κτήμα όλων μας ως κάτι που μας αφορά προσωπικά. Από εκεί εξάλλου επί της ουσίας προκύπτει και η συγκίνηση που παράγει αυτό το έργο: από την κατακτημένη μνήμη που χτίζει το μέσα μας.
Αρκεί ένα μικρό γεγονός που εν πρώτοις δεν φαίνεται καν αξιομνημόνευτο, για να πυροδοτήσει μια θαυμαστή αλληλουχία που καταλήγει στην βαθύτερη κατανόηση των πραγμάτων από τη σκοπιά του συγγραφέα και κατ’ επέκταση του αναγνώστη. Τα γουρούνια που σκούζουν τρελαμένα και συνουσιάζονται στο χοιροστάσιο λίγο πριν το τέλος τους, ένα μπαούλο με παλιά παιδικά παιχνίδια σε ένα κατάστημα με αφίσες, το συναπάντημα με έναν μοναχό που μια ολόκληρη ζωή κοίταζε τον Παντοκράτορα του τρούλου δια χειρός Μανουήλ Πανσέληνου, ένα κόκκαλο από αυτά που χρησιμοποιούμε για τα παπούτσια, η περιστασιακή αιχμαλωσία ενός τριζονιού, ένας ποδοσφαιρικός αγώνας και τα μυστικά που κρύβονται κάτω από το γήπεδο, μια λατέρνα και οι εγκλωβισμένοι σε ένα ασανσέρ, για να αναφέρω ενδεικτικά μονάχα μερικούς πυρήνες γύρω από τους οποίους δομούνται τα διηγήματά του. Κάθε ιστορία χτίζεται με μια μικρή αφόρμηση για να καταλήξει έντεχνα σε μια, διαφορετική κάθε φορά, βαθιά φιλοσοφημένη σκέψη. Ένα απόσταγμα βιωμένης λεπτομέρειας που αντί να χαθεί στον ορυμαγδό των εικόνων και των παραστάσεων που μας κατακλύζουν, γίνεται κόσμημα που στολίζει την ύπαρξή μας. Γίνεται οδηγός αυτογνωσίας με όχημα τον άλλο. Τι παραπάνω να ζητήσει κανείς;
Κλείνω δίχως να κάνω ιδιαίτερη μνεία στη γλώσσα και στις τεχνικές του Σκαμπαρδώνη. Σε αυτά καταφεύγει ο σεσημασμένος αναγνώστης όταν διυλίζει τον κώνωπα ή συνηθέστερα όταν δεν βρίσκει να πει κάτι άλλο ουσιώδες. Εδώ δεν υπάρχει λόγος να επιχειρήσω κάτι τέτοιο. Η τεχνική απαραίτητη βεβαίως για τη συγγραφή-ένα άτεχνο οικοδόμημα καταρρέει όσο εκλεκτά κι αν είναι τα υλικά του, αλλά ένα άψογο τεχνικά λογοτεχνικό κατασκεύασμα δεν είναι κατ’ ανάγκη λογοτεχνία. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Για να παραχθεί λογοτεχνία απαιτείται μια σπίθα, ένα κάτι τις, εν πολλοίς άπιαστο, άρρητο, όσο κι αν πασχίζουν κριτικοί όλου του φάσματος να το συλλάβουν και να το αποδώσουν έτοιμο στον αναγνώστη. Η επιτελεστικότητα ενός κειμένου πράγματι, δεν είναι κάτι που μπορεί εύκολα να περιγραφεί και να αποδοθεί με σιγουριά. Ένας είναι ο αλάνθαστος τρόπος: η ανάγνωση του βιβλίου και ο βαθμός που σταδιακά διαπιστώνουμε κατάπληκτοι ότι αυτό σκάβει μέσα μας. Και ο «Νοέμβρης» αυτό το πετυχαίνει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s