Τάλγκο, Βασίλης Αλεξάκης, εκδ. Εξάντας (1982)

τάλγκο

Πριν λίγες μέρες ανέσκαψα το «Τάλγκο» του Βασίλη Αλεξάκη από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Έτος έκδοσης 1982. Το γεγονός ότι σήμερα, τόσα χρόνια μετά, καταφέρνει να με αγγίξει, είναι ήδη πολύ. Δεν είναι απλώς ότι ένιωσα πως διαβάζοντάς το δεν έχασα το χρόνο μου ή ότι βρήκα ενδιαφέρουσα την τεχνική του και το ύφος του. Είναι κυρίως ότι ο συγγραφέας έχει κατορθώσει να κλείσει με εξαιρετικά άμεσο τρόπο στις σελίδες του, την ουσία του έρωτα, όπως ένας βαθιά ενήλικος-και δεν εννοώ κατ’ ανάγκην μεγάλης ηλικίας-έχει ίσως ψυχανεμιστεί.
Η ιστορία κοινότυπη. Μια παντρεμένη γυναίκα ερωτεύεται έναν άντρα, παντρεμένος και με παιδιά κι αυτός, και περνούν λίγες μέρες μαζί. Ο έρωτάς τους ένας διάττοντας αστέρας για τη ζωή τους, τουλάχιστον για τη γυναίκα, αφού η ιστορία αναπτύσσεται από τη δική της οπτική γωνία. Γράφει ένα βιβλίο μετά το χωρισμό τους ικανοποιώντας την ανάγκη της να αποτυπώσει κάπου τη μικρή ερωτική ιστορία που βίωσε πριν η μνήμη της για αυτήν ξεφτίσει. Το χρονικό λοιπόν του έρωτά της χωρίζεται σε τρία κεφάλαια: Κουκάκι, ο Ταχυδρόμος, Βαρκελώνη. Στο Κουκάκι πρωτοσυναντήθηκε με τον άντρα. Στη συνέχεια ο έρωτάς της χτίζεται ερήμην του αναμένοντας τον ταχυδρόμο να της φέρει γράμμα του. Στη Βαρκελώνη υλοποιούν το πάθος τους για μία εβδομάδα. Τάλγκο λέγεται το τρένο που μεταφέρει τη γυναίκα στην Ισπανία, αλλά και την επιστρέφει πίσω στον τόπο της και στη ζωή που της αντιστοιχεί. Άλλο κεφάλαιο δεν υπήρξε. Καμία συνέχεια λοιπόν για τους δύο παράφορους και παράνομους εραστές. Εκεί τελειώνει η κοινή ιστορία τους.
Δεν σταματά όμως εδώ η ιστορία της ηρωίδας. Έκλεισε τις μνήμες της σε ένα μεταλλικό κουτί από μπισκότα, το έκρυψε στο πατάρι και συνέχισε να ζει έχοντας κερδίσει με αίμα μια αναπόφευκτη αλήθεια: «Περπατάω ώρες μέχρι που να μη μπορούν να κάνουν τα πόδια μου ούτε βήμα. Φαίνεται μοιάζω του πατέρα μου, τον έφερα πολλές φορές στο νου τούτες τις μέρες, μόνο του στο σκοτεινό μαγαζί, μόνο του να περπατάει τις νύχτες στο βουνό. Ήξερε φαίνεται ότι δεν υπάρχει άλλη πραγματικότητα από τη μοναξιά και το σκοτάδι».
Ο έρωτας ως πρόγευση του θανάτου. Η ζωή από το σημείο του έρωτα έως τη στιγμή του βιολογικού θανάτου, μια αναλαμπή του ετοιμοθάνατου που μοιάζει πιο ζωντανός και δυνατός από ποτέ. Ακριβώς επειδή έχει φρενιάσει από θυμό για το αναπόφευκτο τέλος, χορεύει το απολύτως δικό του ζεϊμπέκικο με εκείνη τη βαθιά γνώση του ρυθμού που συνέχει τον κόσμο: τη γνώση της τραγικότητας.
Μετά από αυτή τη διαπίστωση η γυναίκα συνεχίζει τη ζωή της χωρίς να φαντάζει αφελής και ρηχή. Δεν είναι πια. Ξέρει ποιο θα είναι το τέλος, το αποδέχεται και ξέρει με ήρεμη και κατακτημένη σοφία τα όρια και τους όρους της ύπαρξης. Αυτή ακριβώς η ασφαλής γνώση την απελευθερώνει και εκτός από σοφή την κάνει και δημιουργική. Το νερό της βροχής δεν χάνεται πια μέσα από τα δάχτυλά της. Έχει γίνει ικανή να το συγκεντρώνει σε ένα γυάλινο μπουκαλάκι. Έχει βρει τρόπο να το κρατήσει για πάντα. Κορυφαίο εύρημα και κλειδί του έργου, το δοχείο με νερό της βροχής που χαρίζει ο άντρας στη γυναίκα. Αυτό ήταν όλο κι όλο; Αυτό. Είναι το παν.
Έτσι κάπως, όσο αφελής και επιφανειακή ύπαρξη φαντάζει στην αρχή-και μόνον στην αρχή- η ηρωίδα, άλλο τόσο στερεότυπος αποδεικνύεται ο τύπος του άντρα. Με τη διαφορά ότι αυτός παραμένει στατικός στην αρχική του κατάσταση. Ο Αλεξάκης, αν και άντρας, έχει συλλάβει πολύ καλά τους ρόλους που αντιστοιχούν στο κάθε φύλο. Στην ερωτική σκηνή της ταυρομαχίας, ο ταυρομάχος διεκδικεί το ρόλο του θηλυκού και ο ταύρος του αρσενικού, που παρά το μεγαλείο και την ισχύ του-ο άντρας εγκαταλείπει τη γυναίκα-, στο τέλος σκοτώνεται. Ο ταυρομάχος είναι ο νικητής στο τέλος της ταυρομαχίας. Τη στέρεη γνώση την αποκομίζει στο Τάλγκο η γυναίκα. Ο άντρας συνεχίζει μανιασμένος να ψάχνει άλλες γυναίκες με τυφλό ένστικτο. Το νερό της βροχής δεν μπόρεσε να το κρατήσει για πάρτη του. Κατάφερε όμως να το χαρίσει στη γυναίκα. Όταν κάτι τέτοιο λέγεται από ανδρική πένα, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, αν μη τι άλλο δηλωτική για το βάθος της αυτογνωσίας του συγγραφέα.
Ακόμα και καρικατούρες λοιπόν θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τους ήρωες ο αναγνώστης. Και είναι, αφού φιλοδοξία του δημιουργού τους ουδόλως δεν είναι να αποκρύψει τη σκηνοθεσία του. Είναι όμως να μας δείξει τα νήματα που κινούν τις αρχετυπικές μαριονέτες του. Και το πετυχαίνει.
Ο Αλεξάκης μας δείχνει πώς από ένα υλικό λίγο-πολύ του πεταμού, πώς τα καθημερινά αθρωπάκια που παλεύουν με τα φαντάσματά τους και τα κενά τους ή απλώς αφήνονται να συνεχίζουν να ζουν, όπως τους πάει η ζωή, ξαφνικά αποκρυπτογραφούν μέσα από τον έρωτα και τη βαθιά οδύνη που αναπόφευκτα τον ακολουθεί, το μεγάλο μυστικό. Όσο μόνος νιώθεις τη στιγμή που λήγει ο έρωτάς σου, είτε επειδή εσύ επέλεξες το τέλος του είτε το ταίρι σου, το ίδιο μόνος είσαι στο νεκροκρέβατο. Σημασία έχει το μέχρι τότε. Το ζωογόνο, διονυσιακό, το της ζωής θαύμα. Άλλο τίποτα.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s