Ο ψίθυρος της Ευδοκίας, Χριστίνα Καράμπελα, Πόλις 2015

-ψίθυρος-της-Ευδοκίας-e1435739199460
Η Χριστίνα Καράμπελα επιτυγχάνει να μας δώσει με τον Ψίθυρο της Ευδοκίας, τη δεύτερη συγγραφική της απόπειρα, ένα μυθιστόρημα με ένα μεγάλο προσόν διόλου ευκαταφρόνητο και διόλου δεδομένο. Είναι γραμμένο κατά τρόπο που δύσκολα ο αναγνώστης το αφήνει από τα χέρια του. Ο ρυθμός ρέει αβίαστα χάρη στους πειστικούς και καλοδουλεμένους χαρακτήρες, που μάλιστα διαφοροποιούνται αρκούντως παρά την ακραία αντίθεσή τους.

Ο εξηντάρης διοικητής αστυνομικού τμήματος Πολίτης και η εικοσιπεντάχρονη υφισταμένη του Ελισάβετ Ξένου, εκτός από το ότι ανήκουν σε διαφορετικά φύλα, εκπροσωπούν δυο γενιές με μεγάλη απόσταση νοοτροπίας και τρόπου σκέψης. Η Καράμπελα κατορθώνει να μην τους παρουσιάσει παρόλα αυτά σαν καρικατούρες, ούτε πολύ περισσότερο σχεδόν ίδιους παρά τη σαφή τους αντίστιξη, εξαιτίας συγγραφικής αδυναμίας. Αντίθετα πλάθει με μεγάλη ευκολία δυο κόσμους που σταδιακά συγκλίνουν, όταν καλούνται να αντιμετωπίσουν το μυστήριο της εξαφάνισης μιας χαρτομάντισσας σε ώρα συνεδρίας με τρεις ηλικιωμένες.

Ο λόγος της σύγκλισής τους είναι η ολοένα και αυξανόμενη ανεπάρκεια της λογικής στην επίλυση του μυστηρίου. Αμφότεροι εξαναγκάζονται ασχέτως με την αρχική τους τοποθέτηση, να αποδεχτούν τον μετεωρισμό ανάμεσα στα γεγονότα της πραγματικής ζωής και στη μη εκλογίκευση της συναισθηματικής πρόσληψης των φαινομένων. Αυτός ακριβώς ο μετεωρισμός θα κάνει τους δυο ήρωες να αποδεχτούν την ανεπάρκεια της λογικής τους και τις εσωτερικές συναισθηματικές τους ελλείψεις, όσο και το μεταφυσικό-παραμυθικό άλογο, ως μια νέα πραγματικότητα στην οποία σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Κέρδος τους η επίγνωση πως ακόμα κι αν ακράδαντα πίστευαν περισσότερο ή λιγότερο μέχρι τούδε πως ένα και ένα κάνει δύο, ενίοτε αποδεικνύεται πως μπορεί το άθροισμα να μην είναι το αναμενόμενο.

Πώς το πετυχαίνει αυτό η συγγραφέας; Βασικό της εργαλείο είναι μια παράλληλη λαϊκότροπη αφήγηση (η οποία περιλαμβάνει λάμιες, και άλλα παραμυθικά μοτίβα), η οποία αφενός προοιωνίζει τη συνέχεια της κεντρικής αφήγησης, αφετέρου δυναμιτίζει τις απόπειρες των ηρώων να διαλευκάνουν τόσο το αστυνομικό μυστήριο, όσο και το μυστήριο της ζωής τους, τουλάχιστον με ορθόδοξο και αποδεκτό από την εποχή τους τρόπο. Το ενδιαφέρον στο εγχείρημα έγκειται στο ότι η συγγραφέας δεν αρκέστηκε σε μια λαϊκότροπη αφήγηση που μιμείται τις τεχνοτροπίες, τα μέσα και τη γλώσσα άλλων εποχών (όπως αρκετές φορές βλέπουμε σε άλλους σύγχρονους λογοτέχνες που χρησιμοποιούν διαλέκτους και ιστορικό φόντο αλλοτινών καιρών). Αλλά έγραψε ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στην εποχή μας με καθ’ όλα σύγχρονους ήρωες, φωτίζοντας το όμως με τα περασμένα παραμύθια άλλων εποχών.

Εκείνο που πετυχαίνει είναι να καταδείξει πώς το παλαιό, ασχέτως με την γλώσσα του τελικά, μπολιάζει το νέο ως ουσία. Πώς το μεταφυσικό, καλύτερα μη εξηγήσιμο, στοιχείο που τόσο καλά είχαν συλλάβει και αποδώσει τα λαϊκά παραμύθια, δεν εξαφανίστηκε, απλώς πήρε άλλη μορφή. Το δύσκολο εγχείρημά της στέφεται με επιτυχία εξαιτίας της συγγραφικής της δεξιοτεχνίας. Με την ίδια άνεση που γράφει λαϊκό παραμύθι, σκιαγραφεί την πατριαρχική φιγούρα του εξηντάρη διοικητή της αστυνομίας, όσο και την αντιδραστική νεαρή αστυνομικίνα. Γλώσσα και χαρακτήρες απολύτως πειστικοί και στις τρεις περιπτώσεις. Αν τώρα προσθέσουμε και τους επιτυχώς αποδοσμένους χαρακτήρες των τριών ηλικιωμένων γυναικών-μαρτύρων που ανακρίνονται για την εξαφάνιση του μέντιουμ, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για μια συγγραφέα που ξέρει πολύ καλά πώς να χειρίζεται το υλικό της και να υλοποιεί τις προθέσεις της.

Κλείνοντας να συμπληρώσω πως ασφαλώς η εξαφανισθείσα χαρτομάντισσα δεν ξέρουμε τι απέγινε, ούτε αν ανήκει στους ζωντανούς ή νεκρούς. Ή μάλλον τελειώνουμε την ανάγνωση με την σαφή αίσθηση πως πεδίο αναφοράς της είναι ο χώρος των νεκροζώντανων. Η αποκάλυψη δεν είναι spoiler alert. Είναι μία κατάληξη που η συγγραφέας χτίζει μεθοδικά εξ αρχής, ακριβώς για να εδραιωθεί μέσα μας ως δεδομένη.

Κίτρινο Ρώσικο Κερί, Κώστας Ακρίβος, Μεταίχμιο 2014

0010348_195
Δεν ξέρω αν μένει κάτι να ειπωθεί για το Κίτρινο Ρώσικο Κερί του Ακρίβου, που επανεκδόθηκε το 2014 από το Μεταίχμιο, ενώ είχε πρωτοβγεί από τον Κέδρο το 2001. Πολύ περισσότερο επειδή πρόκειται για ένα μυθιστόρημα του εμφυλίου, θέμα που παρά την επανεκκίνησή του από την εμβληματική Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού και τα πλείστα άλλα που ακολούθησαν, δεν φαίνεται να προωθεί παραπέρα την νεοελληνική λογοτεχνία. Όλο και περισσότερες φωνές δυσφορούν με τη θεματική του εμφυλίου, που αναδεικνύεται τόσα χρόνια μετά την παρέλευσή του βασική στόχευση των ελλήνων συγγραφέων, σαν να μας ταλανίζει ακόμα ο απόηχός του ή ακόμα χειρότερα σαν να μας καθορίζει την πορεία ως λαού. Σαν μετατραυματικό στρες αγνώστου διάρκειας.

Ωστόσο η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα εν έτει 2016, τόσο στο πολιτικό πεδίο με την αναζωπύρωση του θέματος ελλείψει άλλων προτάσεων, όσο και η αδυναμία μας να βρούμε λύσεις σε ποικίλα ζητήματα που να εξαιρούν την εσωστρέφεια, δείχνουν πως το θέμα του εμφυλίου δεν έχει πράγματι ξεπεραστεί και κατά συνέπεια δεν απασχολεί άδικα τόσο έντονα την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή.

Το μυθιστόρημα του Ακρίβου εκτός από σχετικά ολιγοσέλιδο, καταφέρνει να μας δώσει μια οπτική του εμφυλίου μέσα από τις επιστολές των κατοίκων ενός χωριού προς τον αριστερό αντάρτη Στέργιο που κατέφυγε στην Τασκένδη. Η μάνα του, ο πατέρας του, τα αδέλφια του, τα ανίψια που ποτέ δεν γνώρισε, η συντοπίτισσα και συντρόφισσα του βουνού που άφησε πίσω του, όλοι αυτοί προσπαθούν απεγνωσμένα να κρατήσουν στέρεο το νήμα που τους ενώνει με τον πρόσφυγα, χωρίς να τα καταφέρνουν. Εκείνος παντρεύεται μια Ρωσίδα και κάνει οικογένεια μαζί της, μένει πιστός στις αριστερές του ιδέες χωρίς να ενδιαφέρεται να γυρίσει πίσω, αδιαφορεί για την ερωτική του σύντροφο στο βουνό. Το νήμα καθώς περνούν τα χρόνια φθείρεται αφήνοντας μια παγερή αίσθηση.

Ο Ακρίβος θέλοντας να δείξει ακριβώς αυτήν την αποστασιοποίηση και την έλλειψη επικοινωνίας παρά τις απεγνωσμένες και συναισθηματικά φορτισμένες επιστολές της οικογένειας προς τον πολιτικό πρόσφυγα, παραθέτει ανάμεσα στα γράμματά τους αυθεντικά κείμενα από εφημερίδες της εποχής με ειδήσεις όχι μόνον από την Ελλάδα αλλά και παγκόσμιες, δελτία προπό, αποσπάσματα από τον Μικρό Ήρωα και αργότερα από τον διάδοχό του το Μικρό Σερίφη, σελίδες του Καζαμία, χωρία από αναγνωστικά.

Όλα τους δεικνύουν την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στην εσωστρεφή αναμόχλευση των συναισθημάτων και την εμμονική προσήλωση στο να μην κοπεί το νήμα που τους συνδέει με τον Στέργιο, τη στιγμή που τα πράγματα αλλάζουν, η ζωή προχωρά και ο υπόλοιπος κόσμος πάει στο φεγγάρι. Αναπόφευκτα βέβαια το νήμα κόβεται, αν και μονομερώς από την πλευρά του Στέργιου. Αυτός τράβηξε το δρόμο του, οι υπόλοιποι μείνανε να παλεύουν με τα φαντάσματα. Αγνοώ αν αυτή ήταν η πρόθεση του Ακρίβου, ωστόσο μια τωρινή ανάγνωση του βιβλίου, θα μπορούσε να στηρίξει μια τέτοια ερμηνεία, ακόμα κι αν ο συγγραφέας ουδόλως δεν την είχε σκεφτεί.

Σε κάθε περίπτωση το Κίτρινο Ρώσικο Κερί είναι αξιανάγνωστο, όχι μόνον γιατί προσφέρεται για ερμηνείες που συνδέονται άμεσα τελικά με το σήμερα –ποιος να το περίμενε τόσα χρόνια μετά τον εμφύλιο;-, αλλά και επειδή είναι θαυμάσια γραμμένο, και ως προς το απόλυτο ταιριαστό με τα πρόσωπα ύφος των επιστολών, και ως προς την εξαιρετική του ιδέα να παρεμβάλλει αυτούσιες πηγές της εποχής. Και αυτές, σε αντίθεση δυστυχώς με τις επιστολές, δείχνουν πως τα πράγματα εξελίσσονται. Αδιάφορα αν είναι προς το καλό ή το κακό. Πάντως αλλάζουν. Όχι όμως και όσοι εμμένουν στον απόηχο του εμφυλίου, όπως τα πρόσωπα που συγγράφουν τις επιστολές.

Αυτή ακριβώς η απόσταση που έτσι δεξιοτεχνικά παρουσιάζεται είναι που κάνει το μυθιστόρημα του Ακρίβου να έχει πράγματι κάτι να καταθέσει παρά το χιλιοειπωμένο θέμα του.

Αεροπλάστ, Άντζελα Δημητρακάκη, Εστία 2015

vivlio_11
Έντιμο. Αυτός είναι ο πρώτος χαρακτηρισμός που μου ήρθε στο μυαλό ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου. Με την έννοια ότι η συγγραφέας δεν μοιάζει να ενδιαφέρεται για ευρεία αποδοχή, ούτε πάσχει από γλωσσικό ναρκισσισμό, ούτε γράφει για να γράφει. Γράφει ακολουθώντας ένα νήμα που έχει πλήρη συναίσθηση ότι οδηγεί στην κατανόηση του εαυτού και συνεκδοχικά του κόσμου της και της εποχής της. Γράφει ακόμα κι αν προκαταβολικά γνωρίζει ότι αυτό το νήμα μπορεί να κοπεί ξαφνικά αφήνοντάς την να μετεωρίζεται σε ένα αδιέξοδο τέτοιο που να δικαιολογεί τις απονενοημένες εξόδους. Τις συχνά προτιμότερες από τη στασιμότητα.

Ξετινάζει τις ψυχές των ηρώων της, επιχειρώντας να φτάσει ως το κουκούτσι. Όλοι πρωτοπρόσωποι αφηγητές, πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους ως στάση ζωής και ως ιδιοσυγκρασίες. Ένα κοινό μονάχα έχουν η Αντιγόνη, ο Ικέρ, η Μέλανι, ο Μαρτί, ο Κάι. Αναζητούν το προσωπικό τους στίγμα παλεύοντας με την ανθρωποφάγα Ιστορία. Κι αυτό που ανακαλύπτουν, είναι, πως παρά τις αναζητήσεις τους, παρά τη διαρκή και υπερβολική κίνησή τους στα γεωγραφικά πλάτη και μήκη ή το ακριβώς αντίθετο, την απόλυτα ακινησία και στατικότητα σε ένα μέρος, η έξοδος ταυτίζεται σε τέτοιο βαθμό με το αδιέξοδο που καταντά κύκλος. Φαύλος κύκλος.

Η Αντιγόνη πρόσωπο καθοριστικό για να ξεκλειδωθούν τα υπόλοιπα πρόσωπα, δεν υφίσταται τελικά παρά μόνον ως «δυνατότητα». Οι ήρωες, μετά το φευγιό της (και της άμεσα εξαρτώμενης από αυτήν Μέλανι) συναποφασίζουν να σιωπήσουν για την ύπαρξη της Αντιγόνης, ώστε να κρατήσουν τη δυνατότητά της ζωντανή. Όχι την ίδια την Αντιγόνη. Τη δυνατότητά της. Τη δυνατότητα της πορείας χωρίς δικαιολογίες, χωρίς φόβο και πάθος, χωρίς ελπίδα. Της πορείας προς το κέντρο της ατομικής ύπαρξης σκάβοντας μεθοδικά και υπομονετικά με τα νύχια και αγνοώντας τα αίματα και τον πόνο.

Διόλου περίεργο που ένα τέτοιο πλάσμα θεωρείται ούτε λίγο ούτε πολύ ως άγγελος από τη Μέλανι. Εντέλει κι από τους υπόλοιπους, αφού εξαφανίζεται όπως εμφανίστηκε, δίχως να αφήσει ίχνη. Μονάχα που ο «άγγελος» της Δημητρακάκη δεν έχει καμία σχέση με τον ενσαρκωμένο άγγελο από τα Φτερά του Έρωτα του Βιμ Βέντερς. Δεν ενσαρκώνεται για να προστατεύσει κανέναν, δεν ευαγγελίζεται την αγάπη. Ευαγγελίζεται την αγωνιώδη αναζήτηση του εαυτού με θυσία του έρωτα και πάσης φύσεως αγάπης και ενστίκτου, ακόμα και του μητρικού. Για το ένστικτο της επιβίωσης δεν συζητείται διόλου. Η Αντιγόνη το έχει αποποιηθεί εξ αρχής.

Τι βρίσκει η Αντιγόνη; Σύμφωνα με τον Κάι, τον τελευταίο στη σειρά πρωτοπρόσωπο αφηγητή, βρίσκει το δρόμο. Όχι το στόχο, όχι το αποκούμπι, όχι τη λύση. Τον αέναο δρόμο προς την λύση, τον ανθόσπαρτο δρόμο με διαρκείς εξόδους από τη ζωή της, τα γύρω της πρόσωπα, ακόμα κι από το παιδί της, μέχρι που απέμεινε μια μορφή κάπως μεταφυσική, κάπως άυλη, από Αντιγόνη μετατράπηκε σε μια «δυνατότητα» Αντιγόνης. Ποιο το όφελος; Πολλά και τίποτα. Όπως πάντα είναι θέμα οπτικής. Και αλήθειας. Αν και όπως λέει και ο Μαρτί στα αποσπάσματα από την πανεπιστημιακή του εργασία, το ψέμα είναι βασική προϋπόθεση στη διαμόρφωση της προσωπικότητας, στις διαπροσωπικές σχέσεις και στον πολιτισμό.

Πέρα από αυτά η Δημητρακάκη εμβάλλει στην αφήγησή της εξαίρετα συνδυασμένα θέματα όπως η αυτοκτονία του Βάλτερ Μπένγιαμιν σε ένα ισπανικό χωριό που επισκέπτονται οι ήρωες και η «έμψυχη Ιστορία», όπως την ονομάζει, αυτό που παραπάνω αποκάλεσα ανθρωποφάγα Ιστορία. Πολλά θα μπορούσαν να λεχθούν εδώ για τα θέματα που εγείρει το Αεροπλάστ, θα προτιμήσω όμως να αναφερθώ στον τίτλο, όπως τον εκλαμβάνω προσωπικά: Αεροπλάστ, υλικό πακεταρίσματος με θύλακες αέρα που προστατεύει εύθραυστα αντικείμενα. Όχι όμως από τις μετωπικές συγκρούσεις και τις ελεύθερες πτώσεις, όπως αυτές που επιχειρούν οι ήρωες της Δημητρακάκη.

Ένα μόνο ακόμα. Το βιβλίο δεν είναι ευκολοδιάβαστο. Μάλλον απωθεί τον ανυποψίαστο αναγνώστη. Μοιάζει να απευθύνεται σε σχετικά λίγους. Αυτό δεν είναι κακό, εκτός αν ο δημιουργός κατασκευάζει επί τούτου διανοουμενίστικα οικοδομήματα, με ελιτίστικη διάθεση. Η Δημητρακάκη μοιάζει αυθεντική, γι’ αυτό και δεν θα θεωρήσω αρνητική την περιπλοκότητα και τις δυσκολίες που θέτει η ανάγνωση του βιβλίου της. Αυτός είναι και ο λόγος που εξ αρχής χαρακτήρισα το Αεροπλάστ έντιμο.

Η μοναδική οικογένεια, Λευτέρης Καλοσπύρου, Πόλις 2013 (πρωτοεμφανιζόμενος)

images
Ίσως ήταν από τις λίγες φορές που ολοκλήρωσα την ανάγνωση ενός βιβλίου τόσο γρήγορα και τόσο ψυχαναγκαστικά. Για την ακρίβεια επιθυμώντας διακαώς να ανακαλύψω κάτι άξιο λόγου, δεδομένου ότι η γραφή του ήταν σχετικά εντυπωσιακή, προχωρούσα την ανάγνωση με την ελπίδα ότι θα καταφέρω επιτέλους να βρω τι είναι αυτό που υπόσχεται, αλλά δυστυχώς δεν βρήκα παρά ψήγματα. Η Μοναδική Οικογένεια παρέμεινε μια υπόσχεση ενεή και για αυτό απογοητευτική.

Το βιβλίο αποτελεί ξεκάθαρα κάποιου είδους μανιφέστο του «ιδανικού σύγχρονου μυθιστορήματος σε αντιδιαστολή με το μυθιστόρημα του 19ου και 20ου αι». Σύμφωνα με αυτό η σύγχρονη εποχή θέλει «ιστορία μέσα στην ιστορία» με αποτέλεσμα κάποιου είδους πολυδιάσπαση που προφανώς εκτός από την τεχνική επεκτείνεται και στο θέμα. Πολλές μικρές και κατακερματισμένες ιστορίες κατά τρόπο ώστε ο αναγνώστης να μην μπορεί άμεσα να πει για ποιο πράγμα μιλάει το βιβλίο. Οι διαπροσωπικές αντιπαλότητες είναι ο μόνος πραγματικός συνδετικός ιστός των ποικίλων ιστοριών, ίσως όχι τυχαία αφού η αντιζηλία ως στάση ζωής οδηγεί σε έναν κατακερματισμό της οικογένειας και ευρύτερα της κοινωνίας.

Τίποτα κακό δεν έχει ένα μανιφέστο για το πώς πρέπει να γράφεται ένα βιβλίο σήμερα. Μόνο που δεν είναι μονάχα πώς λέμε κάτι, κυρίως είναι τι λέμε και ακόμα παραπέρα πόσο αυθεντικό είναι αυτό που καταφέρνουμε να πούμε όσο δεξιοτεχνικά και σύγχρονα κι αν το εκφράζουμε.

Για παράδειγμα ο αναγνώστης του Βιβλίου της Ανησυχίας του Φερνάντο Πεσόα δυσκολεύεται εξαιρετικά να κατατάξει αυτό που διαβάζει σε κατηγορία και αυτό γιατί ο Πεσόα ανοίγει δρόμους δημιουργώντας με τη γραφή του στο εν λόγω έργο νέο είδος μη καταχωρημένο. Για το μόνο που είναι σίγουρος ο αναγνώστης είναι πως βρίσκεται μπροστά σε πραγματική λογοτεχνία και αυτό γιατί είναι τέτοια η αυθεντικότητα των όσων ξετυλίγονται λέξη τη λέξη, που κεραυνοβολημένος δυσκολεύεται να συνεχίσει την ανάγνωση. Παρόλο λοιπόν που ο Πεσόα είχε συμμετάσχει ακόμα και στην ίδρυση ενός λογοτεχνικού περιοδικού που προωθούσε τις νέες για την εποχή αρχές στη λογοτεχνία, εντούτοις η αυθεντικότητα του ανέκδοτου όσο ζούσε και για πολλά χρόνια ακόμα Βιβλίου της Ανησυχίας δεν χωρούσε σε κανένα μανιφέστο και σε καμιά προγραμματική δήλωση.

Φυσικά δεν προτίθεμαι να συγκρίνω τον Καλοσπύρου με τον Πεσόα (!), αλλά καλό είναι να έχουμε κατά νου ότι η ουσία μπορεί να χωράει ή να μη χωράει σε δομές ταιριαστές με την εποχή, αλλά είναι ακριβώς αυτή που κάνει τη διαφορά. Και παρά το ότι διέκρινα το δεξιοτεχνικό «πώς» του Καλοσπύρου, ούτε ουσία κατάφερα προσωπικά να εντοπίσω, ούτε ίχνη κάποιας αυθεντικότητας. Ενδιαφέρον ανάγνωσμα σίγουρα στον τρόπο που ξεδιπλώνεται. Μονάχα που αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό σε καμία περίπτωση.

Πιο συγκεκριμένα. Στο εγκιβωτισμένο διήγημα με θέμα την ανησυχία του συγγραφέα πατέρα για τη «ζωγραφική» του προς έκδοση κειμένου του, ο γιος τον περιγελά εμφανώς. Επιπλέον όλο το βιβλίο του Καλοσπύρου δεν είναι παρά μια τραβηγμένη προσπάθεια για να καταδείξει τη διαφοροποίησή του από την παλαιά γενιά συγγραφέων. Και αυτήν του την πρόθεση την υλοποιεί προκαλώντας διάσπαση της προσοχής του αναγνώστη (ο όρος δικός του, αυτό το πρόβλημα φοβάται ο πατέρας-συγγραφέας ότι έχει το κείμενό του) εντάσσοντας:
-συστηματικά αριθμούς (π.χ. «μαζί με άλλον 1 αρχιτέκτονα» αντί για έναν), -συντμήσεις λέξεων και νεολογισμούς (π.χ. γμτ αντί για γαμώτο, τέσπα αντί για τελοσπάντων)
-εκτεταμένες υποσημειώσεις (η υποσημείωση με αστερίσκο στη σελ. 48 καταλαμβάνει το ένα έκτο περίπου του εγκιβωτισμένου διηγήματος, κάνοντας την υποσημείωση να μοιάζει με εγκιβωτισμό μέσα σε εγκιβωτισμό, αποπροσανατολίζοντας ως εκ τούτου σε τέτοιο βαθμό τον αναγνώστη, που αναγκάζεται να γυρίσει πίσω για να καταλάβει την συνέχεια της αρχικής αφήγησης)
-αναρίθμητα εγκιβωτισμένα διηγήματα που μένουν ανολοκλήρωτα
-απόπειρες γραφής θεατρικού (αυτό ολοκληρώνεται τελικά)
-σημειώσεις που αποστέλλει στον εαυτό του ο επίδοξος συγγραφέας του θεατρικού με το i-phone του.

Γενικώς το βιβλίο είναι υπερφορτωμένο με ποικίλα τεχνάσματα του είδους επιχειρώντας να εκβιάσει την άποψη πως είναι οπωσδήποτε κάτι μεταμοντέρνο και νεωτερικό. Ουκ εν τω πολλώ το ευ. Ο νεοφώτιστος συγγραφέας καμιά φορά δεν το αντιλαμβάνεται, καθώς φαίνεται.

Ακόμα και αυτό όμως είναι κάτι που δικαιολογείται σε έναν πρωτοεμφανιζόμενο. Εκείνο που δυσκολότερα μπορεί να δικαιολογηθεί είναι η συσσώρευση εμβριθών σκέψεων, που μπορεί ενίοτε αυτές καθ’ εαυτές να έχουν ενδιαφέρον, όμως επ’ ουδενί δεν εντάσσονται σε μια στοιχειώδη ροή, ούτε αναπτύσσονται επαρκώς. Μοναδικός λόγος ύπαρξής τους μοιάζει να είναι η επίδειξη γνώσεων, θαρρείς και ο συγγραφέας είναι ένα χαρισματικό παιδί σαν αυτό που περιγράφει στο έργο του, μονάχα που αντί για εγκυκλοπαιδικές γνώσεις σε τηλεπαιχνίδι, σωρεύει μισοψημένες βαθυστόχαστες ιδέες. Το είπαμε ήδη, το θέμα δεν είναι η συσσώρευση, γνώσεων, πτυχίων, likes, ευσήμων, βραβείων, περγαμηνών κτλ. κτλ., είναι το πώς όλες αυτές οι κατακτήσεις παράγουν αποτέλεσμα και νόημα. Θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει πως αυτό ακριβώς επιδιώκει να καταδείξει ο συγγραφέας, την πολυδιάσπαση του σύγχρονου κόσμου που κερδίζει σε (δοκησίσοφο) πλάτος δίχως παράλληλα να βαθαίνει. Αν αυτός είναι ο στόχος του, τον πετυχαίνει θαυμάσια.

Αν παρόλη την ανυπαρξία στιβαρού θέματος, επιχειρήσει κανείς να εικάσει ένα κάποιο θέμα (εκτός από την πολυδιάσπαση), αυτό θα είναι η αντιπαλότητα και το πώς πρέπει να γράφει ένας συγγραφέας (το μανιφέστο που λέγαμε παραπάνω).

Αυτό το δεύτερο φαντάζει αρκούντως αυτοαναφορικό για να ενδιαφέρει τον αναγνώστη, εκτός αν αυτός είναι συγγραφέας ή κριτικός βιβλίων. Γιατί ακριβώς όπως λέει ο γιος-συγγραφέας προς τον πατέρα-συγγραφέα, είναι σειρά του αναγνώστη να αναφωνήσει: «Έχει περάσει από το μυαλό σου ότι τα κομμάτια που εσύ θεωρείς τα πιο δυνατά του κειμένου σου μπορεί να φανούν στον αναγνώστη αδιάφορα; Το έχεις σκεφτεί αυτό (γαμώτο σου);»

Όσο για την αντιπαλότητα είναι βασικό χαρακτηριστικό όλων των προσώπων. Του αδελφού προς τον αδελφό, του γιου προς τον πατέρα, του πατέρα-συγγραφέα προς τη μάνα, μια άρρωστη και κρυφή κατά κανόνα αντιπαλότητα που εκφράζεται μέσα από τις ιστορίες που γράφουν και ενίοτε δημοσιεύουν λες και μοναδικός σκοπός της γραφής είναι να εκφράσει μίζερα και κλισέ απωθημένα πρώτα σε ενδοοικογενειακό επίπεδο και έπειτα σε επίπεδο παλαιάς και νέας γενιάς συγγραφέων.

Στη σελ 41, στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Λίγα λόγια για μένα» παρουσιάζεται ένας τυπικός διάλογος μεταξύ πατέρα και γιου που μιλάνε στην ουσία μεταξύ τους με τίτλους βιβλίων φιλοσοφίας του Καντ με μεγάλη άνεση σαν να είναι αυτή η καθημερινή τους κουβέντα. Διόλου δεν αντιλέγω, ούτε από μόνο του το συγκεκριμένο χωρίο θα με έκανε να μεμφθώ το έργο για ελιτισμό, όμως λίγο παρακάτω ο ήρωας περιπαίζει κάποιον γιατρό που τολμά να μιλήσει για φιλοσοφία (για την ακρίβεια για τίτλους βιβλίων και ονόματα φιλοσόφων ακριβώς όπως έκανε πρωτύτερα ο πατέρας με το γιο). Και βεβαίως πάλι τα πράγματα ξεπέφτουν σε μια στείρα αντιπαλότητα του τύπου ποιος γνωρίζει τους περισσότερους και πιο πρόσφατους τίτλους φιλοσοφικών έργων. Αν ο Καλοσπύρου θέλει να στηλιτεύσει τόσο την αντιπαλότητα ως στάση ζωής όσο την επιφανειακή γνώση που βασίζεται στην καταναλωτική συσσώρευση και επίδειξη αναγνωσμάτων, τότε πέτυχε το σκοπό του στο έπακρο. Επειδή όμως ένα βιβλίο διαβάζεται δίχως τον συγγραφέα παραδίπλα να μας εξηγεί τι ήθελε ή τι δεν ήθελε να πει, θεωρώ ότι απέτυχε και μόνον εκ του γεγονότος ότι υπάρχει ένας τουλάχιστον αναγνώστης που απορεί για τις προθέσεις του.

Πολλά θα μπορούσα ακόμα να συνεχίσω να λέω. Όπως για την ανεπαρκή έρευνα σε σχέση με τα χαρισματικά παιδιά (δύο τουλάχιστον εννιάχρονα υπάρχουν στο βιβλίο). Χαρισματικό παιδί οπωσδήποτε δεν είναι αυτό που παπαγαλίζει εγκυκλοπαιδικές γνώσεις. Ούτε ένα εννιάχρονο, ιδιοφυές ή μη, μιλάει σαν πεντάχρονο, στα σημεία που πρέπει να φανεί η παιδικότητά του.

Ή για το τέλος του βιβλίου, έναν παραληρηματικό μονόλογο του χαρισματικού που αποκαλύπτοντας ασχήμιες της οικογένειάς του, τελικά καταρρέει. Δεν βρήκα καμία διαφορά με το αντίστοιχο τέλος του Μάρτυς μου ο Θεός, όπου ένας μεσήλικας ομοίως παραληρεί εν μέσω αποκαλύψεων πριν παραδώσει τα όπλα, πλην της ηλικιακής διαφοράς των ηρώων.

Τελειώνοντας να πω πως παρά τη σχετική-για το ύφος των αναρτήσεων μου-σφοδρότητα, ο Καλοσπύρου να έχει ίσως να μας δώσει στο μέλλον αξιόλογα δείγματα της δουλειάς του. Ίσως ακριβώς επειδή διαισθάνθηκα κάτι τέτοιο, να υπήρξαν έντονες για τα δεδομένα μου οι όποιες επισημάνσεις, κάτι που θεωρώ προτιμότερο από την αδιαφορία. Ο καιρός θα δείξει.

Everyone’s A Critic

Ένας μικρός πρωτοχρονιάτικος μποναμάς αφιερωμένος στους κριτικούς και βιβλιοπαρουσιαστές όλου του φάσματος, ερασιτέχνες και επαγελματίες, σοβαρούς και λιγότερο σοβαρούς. Με τις υγείες μας. Χρόνια πολλά!

Ή όλοι ή κανείς, Δέσποινα Μπάτρη, Μεταίχμιο 2015 (πρωτοεμφανιζόμενη)

Ή όλοι ή κανείς
Φαίνεται πως η κρίση λειτουργεί διττά στο χώρο του βιβλίου: από τη μια περιόρισε βέβαια αισθητά τις νέες εκδόσεις αφήνοντας εκτός μια ολόκληρη γενιά νέων δημιουργών, από την άλλη όμως η αναγκαστικά αυστηρή επιλογή από τους εκδοτικούς οίκους έφερε στο προσκήνιο λιγοστούς μεν, πολύ καλούς δε συγγραφείς ακόμα και στα πρωτόλειά τους. Η Μπάτρη φαίνεται πως ανήκει σε ανήκει σε αυτές τις ευτυχείς περιπτώσεις, πολύ δε περισσότερο που δεν έχει δημοσιεύσει, καθώς φαίνεται, τίποτα έως τώρα σε λογοτεχνικά περιοδικά, ούτε έχει ασχοληθεί με κριτικογραφία και παρουσιάσεις βιβλίων σε ποικίλα έντυπα.

Είναι άγνωστη στο χώρο και πράγματι πρωτοεμφανιζόμενη, όπως διατείνεται και η Βασιλική Χρίστη στο diavame.gr:
«Διαβάστε αυτές τις ιστορίες για να δείτε πώς μια συγγραφέας για την οποία γνωρίζουμε ελάχιστα (μόνο ό,τι αναφέρεται στο λεγόμενο αυτί του βιβλίου), μπορεί να δουλέψει με τόσο «ξένα» υλικά, να τα πλάσει και να τα αναστήσει, για να μας παραδώσει μια από τις καλύτερες συλλογές διηγημάτων των τελευταίων χρόνων».

Το «Ή όλοι ή κανείς» λοιπόν είναι μια συλλογή από πέντε εκτεταμένα διηγήματα που μιλούν για τη θυσία. Το θέμα είναι άκρως επικίνδυνο δεδομένου ότι εύκολα παραπέμπει σε ηθικοδιδακτισμό σε μια εποχή όπου δεν συγχωρεί τέτοιου είδους ατοπήματα, ωστόσο η συγγραφέας το χειρίζεται με σαφή επίγνωση αυτής της δυσκολίας και κατορθώνει να μας δώσει ένα έργο άρτιο, με γόνιμους προβληματισμούς μακριά από κάθε είδους διδάγματα και κλισέ. Πώς το πετυχαίνει αυτό;

Πρώτα απ’ όλα όλες ανεξαιρέτως οι ιστορίες της πατούν πάνω σε πραγματικά γεγονότα. Οι ήρωές της, ο αρμένιος πρωταθλητής κολύμβησης Σαβάρς Καραπετιάν ή ο γερμανός κυβερνήτης θωρηκτού Χανς Λάνγκστντορφ είναι πρόσωπα υπαρκτά αν και παραγνωρισμένα ή άσημα. Άλλοι ήρωες, όπως η Αλβανή γυναίκα που εξαναγκάστηκε να μεταμορφωθεί σε άντρα προκειμένου να αναλάβει τα ηνία της οικογένειάς της ελλείψει αρσενικού προστάτη ή οι Πακιστανές αδελφές που μαραζώνουν ανύπαντρες επειδή δεν έχουν προίκα, μπορεί να μην είναι αυτοί καθ’ εαυτοί αληθινοί χαρακτήρες πλην όμως πατούν πιστά σε υπαρκτούς θεσμούς. Η συγγραφέας προνοεί και θέτει ως ανάχωμα σε κάθε είδους πιθανές επικρίσεις περί διδακτισμού την πραγματικότητα (με εξαίρεση την κριτική στην Καθημερινή της Λίνας Πανταλέοντος  που έμεινε σε μια εντελώς επιδερμική ανάλυση, απολύτως ορατό για όποιον έχει διαβάσει σοβαρά και απροκατάληπτα το βιβλίο). Από τη στιγμή που υπήρξαν άνθρωποι που στ’ αλήθεια δράσανε όπως τους περιγράφει η συγγραφέας, είναι δύσκολο να μεμφθεί κάποιος το έργο της για ηθικοδιδακτισμό, εκτός αν η ζωή η ίδια είναι ηθικοδιδακτική.

Ακόμα και για αυτό όμως φαίνεται πως προνοεί. Το βιβλίο διόλου δεν εξαντλείται σε περιγραφές περιπτώσεων αυτοθυσίας, έστω και αληθινών. Αντίθετα θέτει απανωτά ερωτήματα, όπως μάλλον οφείλει να πράττει ένα καλό λογοτεχνικό έργο, ερωτήματα μάλιστα που δεν εξαντλούνται εύκολα με μία ανάγνωση:

Ακόμα κι αν κάποιος είναι αποφασισμένος να θυσιαστεί, έχει νόημα η αυτοθυσία του; Η μάνα (επινοημένο πρόσωπο) στο διήγημα που δίνει τον τίτλο του σε όλο το βιβλίο, είναι πρόθυμη να δώσει τη ζωή της για να αναστηθεί το νεκρό παιδί της, όμως γρήγορα αντιλαμβάνεται πως αυτό είναι ολότελα άσκοπο. Μέσα δε από τη μορφή του κυνηγού-πατέρα της (υπαρκτό πρόσωπο) στο ίδιο διήγημα τίθενται υποδόρια στον αναγνώστη κι άλλα ερωτήματα: Είναι η νεοελληνική μαγκιά που τον ωθεί στην τόσο εντυπωσιακή πράξη του; Μήπως κάποια αίσθηση δικαίου, ανωτερότητας, το ηθικό του ανάστημα ή η αλαζονεία του; Τι απ’ όλα;

Ενδιαφέροντα και τα ερωτήματα που γεννά με αβίαστο τρόπο και το δεύτερο στη σειρά διήγημα με τον τίτλο «Το ρολόι». Μπορεί κάποιος να εξαναγκαστεί από την κοινωνία και τους θεσμούς να θυσιαστεί; Κι αν ναι, μπορεί να λογαριαστεί ως αυτόβουλη επιλογή η στάση του; Σίγουρα όχι, όμως πόσο χάνει από την αξία της σε αυτήν την περίπτωση; Η αλβανίδα που υποχρεώνεται από το εθιμικό δίκαιο να μεταμορφωθεί εξωτερικά και στη συμπεριφορά σε άντρα για να θεωρηθεί ικανή να διαφεντεύει την ορφανή από αρσενικά φαμίλια της, είναι αξιέπαινη ή απλώς έπραξε το αναμενόμενο; Κι όπως σε όλα τα διηγήματα του «Ή όλοι ή κανείς» έτσι και εδώ γεννώνται δευτερογενώς και επιπλέον ερωτήματα άμεσα συνδεδεμένα με την πλοκή: Είναι θύμα ή θύτης τελικά η σόττα, όπως ονομάζονται οι γυναίκες του είδους της;

Να υπογραμμίσω πως οι πάσης φύσεως προβληματισμοί πουθενά δεν θίγονται ευθέως, (σφάλμα στο οποίο είναι εύκολο να υποπέσει ένας πρωτοεμφανιζόμενος). Αντίθετα κάθε ερώτημα προκύπτει από την δεξιοτεχνικά πλασμένη πλοκή. Η Μπάτρη πράγματι «δεν λέει» ώστε να καπελώσει τον αναγνώστη, μόνον «δείχνει», όπως οφείλει, νομίζω, να κάνει η καλή λογοτεχνία. Αν αυτό δεν είναι βασικό χαρακτηριστικό ενός μη ηθικοδιδακτικού έργου, τότε ποιο είναι; για να επιστρέψω λίγο στα παραπάνω.

Πλειάδα άλλων ερωτημάτων υφέρπουν και στα άλλα διηγήματα της συλλογής, ερωτήματα που διερευνούν σε βάθος το θέμα της θυσίας απογειώνοντάς το σε ζήτημα άξιο λόγου:
Ο αποδέκτης της θυσίας, είναι πρόθυμος να αποδεχτεί τη θυσία του άλλου; Του λύνει προβλήματα η αυταπάρνηση των γύρω του ή του δημιουργεί; Ποιος είναι ο θύτης και ποιο το θύμα σε μια θυσία; Είναι πάντα τόσο διακριτοί οι ρόλοι; («Η φωτογραφία της νύφης» που αναφέρεται με άκρως ρεαλιστικό τρόπο στη θέση της γυναίκας στη σύγχρονη πακιστανική κοινωνία).
Αρκεί η πρόθεση για να προσφέρει κανείς τον εαυτό του με σκοπό τη σωτηρία κάποιων άλλων; Ή απαιτούνται και ικανότητες που θα κάνουν τη θυσία του εφικτή; Ο ανίσχυρος μπορεί να επιλέξει να σώσει έστω και με αυτοθυσία συνανθρώπους του, αν δεν έχει δύναμη να πραγματοποιήσει τη βούλησή του; Ο Καραπετιάν, ο παγκόσμιος πρωταθλητής κολύμβησης, («Η κουκκίδα») δεν ήθελε απλώς, μπορούσε κιόλας. Η ισχύς ως προϋπόθεση συχνά της ελεύθερης βούλησης. Ανάλογη ισχύ φαίνεται πως διαθέτει και ο γερμανός κυβερνήτης του θωρηκτού Γκραφ Σπέε (στο διήγημα «Αν δεν πολεμήσεις, σημαίνει ότι ηττήθηκες;») που προτίμησε να βουλιάξει το καράβι του για να σωθούν οι ναύτες οι δικοί του όσο και της αντίπαλης παράταξης από βέβαιο και ατελέσφορο θάνατο. Αλλά μήπως αυτός ήταν εξαναγκασμένος από τον κώδικα τιμής της εποχής του και της τάξης του να πράξει ό,τι έπραξε;

Σε καμία περίπτωση λοιπόν οι ήρωες της συγγραφέως δεν προσπαθούν να μας… διαπλάσουν. Σίγουρα όμως προσπαθούν να μας ανοίξουν μια χαραμάδα σε ένα τοπίο που βιαστικά βαφτίζουμε συνήθως κλισέ αλλοτινών εποχών και το προσπερνάμε. Και σίγουρα η Μπάτρη προσεγγίζει αυτό το μάλλον παρωχημένο τοπίο για τα σύγχρονα λογοτεχνικά δεδομένα (που αρέσκονται σε χαμηλότονες ή στριγγές και κυρίως απαισιόδοξες ή άνευρες για να μην πω μίζερες τοποθετήσεις), με έναν ουσιαστικό όσο και έξυπνο τρόπο.

Και κυρίως λογοτεχνικό.
Μας λέει η Μαρία Στασινοπούλου στην Εφημερίδα των Συντακτών εύστοχα και ξεκάθαρα (κατά τρόπο που μάλλον περισσεύει εν προκειμένω μια αντίστοιχη απαρίθμηση των λογοτεχνικών προτερημάτων του «Ή όλοι ή κανείς» από το παρόν ιστολόγιο):

«Είναι ανακουφιστικό, τελειώνοντας ένα βιβλίο που διάβασες με αμείωτο ενδιαφέρον και ένταση, να έχεις την αίσθηση ότι διεξήλθες σελίδες μιας απαιτητικής λογοτεχνίας. Ετσι ένιωσα μόλις ολοκλήρωσα το πρώτο βιβλίο της Δέσποινας Μπάτρη.
[…]
Ενα διαρκές αλισβερίσι νεκρών και ζωντανών, παρόντος, παρελθόντος και δυνητικού μέλλοντος∙ ένα νεκρό μωρό που πλανιέται ή, καλύτερα, περιπλανιέται στις σελίδες της∙ παράθυρα με κουρτινάκια που σύρονται σε ανυπόμονες στιγμές αναμονής ή σηκώνονται ανιχνευτικά∙ σκύλοι που κοιτούν με μάτια θλιμμένα, παρακαλεστικά ή φοβισμένα και με κατεβασμένα τα αυτιά∙ μαντίλια που νοηματοδοτούν τις στιγμές∙ μαλλιά μακριά ξέπλεκα και μαλλιά κουρεμένα ή μαλλιά που ανεμίζουν στον άνεμο∙ μάτια που αλλάζουν αποχρώσεις ανάλογα με τη συναισθηματική κατάσταση του ανθρώπου, είναι μερικά από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της Μπάτρη. Συχνά δίνει το χρονικό στίγμα στα διηγήματά της, ως χρονολογία ή ως εποχή.

Στα προσωπικά της εκφραστικά χαρακτηριστικά εντάσσονται: η θεατρική ρυθμική γραφή που παραπέμπει σε σκηνοθετικές οδηγίες∙ ο στακάτος, αρχιτεκτονικά δομημένος λόγος, αλλού ασθματικός και αλλού με ήρεμες ανάσες∙ η αντιστικτική αφήγηση που απογειώνεται στην «Κουκκίδα»∙ η παραμυθική κάποτε ατμόσφαιρα […]».

Και μιας που διάλεξα για την παρουσίαση του «Ή όλοι ή κανείς» να αναφερθώ εκτενώς, αν και όχι εξαντλητικά, στις παρουσιάσεις που έχουν γραφεί μέχρι στιγμής, θα ήταν μάλλον παράλειψη να μην συμπεριλάβω και ένα χωρίο από την κριτική του Γιώργου Περαντωνάκη στο bookpress.gr, που συμπυκνώνει κατά τη γνώμη μου την ουσία:
«Και φυσικά σε όλα τίθεται το θέμα της θυσίας σε μια εποχή όπου ο ήρωας είτε είναι χολυγουντιανό υπερθέαμα, που τοποθετείται έξω από τα ανθρώπινα όρια, ή είναι παλιομοδίτικη περσόνα, η οποία φαίνεται άκαιρη στους αντιηρωικούς καιρούς μας. Οι ήρωες της Δέσποινας Μπάτρη γειώνονται με την καθημερινότητα και δεν γίνονται ουτοπικοί υπερήρωες, καθώς δεν απομακρύνονται από το έδαφος της αυτοθυσίας, της συνείδησης και της προσφοράς. Στις συνθήκες και στο δεδομένο περιβάλλον ριψοκινδυνεύουν τη ζωή τους –κάποιοι από αυτούς μάλιστα τη χάνουν τόσο συνειδητά, τόσο αποφασισμένα– και προκρίνουν με όλη τους την αυταπάρνηση έναν βαθιά ενσυνείδητο ανθρωπισμό».

Το παρόν βιβλίο προφανώς ευτύχησε από αντικειμενικές και αξιόλογες κριτικές σε μεγάλο βαθμό, κατά τρόπο που δεν περισσεύουν πολλά να πει ο δύστυχος ερασιτέχνης «βιβλιοπαρουσιαστής». Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που σκέφτομαι, πως καλά κάνουν ορισμένοι επαγγελματίες και δεν αφήνουν παρά ψίχουλα από την πίτα σε εμάς τους ερασιτέχνες.

Πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς

Είπα λοιπόν να εγκαινιάσω ένα μικρό αφιέρωμα σε πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς.

Σε αυτό εδώ το ποστ θα εμφανίζονται με λινκ τα ονόματα και οι τίτλοι των βιβλίων τους. Συνεπώς η λίστα θα εμπλουτίζεται κάθε φορά που θα αναρτώ μια νέα σχετική παρουσίαση. Πιθανώς ενδιάμεσα να μεσολαβούν κι άλλες παρουσιάσεις, για αυτό έκρινα αναγκαία την ύπαρξη αυτής εδώ της λίστας, η οποία ελπίζω να είναι σχετικά εύχρηστη στα πλαίσια που μου επιτρέπει το wordpress.

Ευπρόσδεκτες οι προτάσεις για βιβλία πρωτοεμφανιζόμενων Ελλήνων ή ξένων ανεξαρτήτως εκδοτικού οίκου. Αν κάποιος έχει υπόψη του κάποιον νέο συγγραφέα, θα χαρώ να μου τον προτείνει.

Επίσης αν κάποιος πρωτοεμφανιζόμενος θέλει να μου στείλει το έργο του, μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μου στο μέιλ libricanis@gmail.com

Λίγο υπομονή μονάχα γιατί δεν υπάρχει τόσος διαθέσιμος χρόνος όσο θα ήθελα, για να αναρτώ συχνότερα παρουσιάσεις…

ΛΙΣΤΑ ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΩΝ
1. Chigozie Obioma, Οι ψαράδες, Μεταίχμιο 2015
2. Άκης Παπαντώνης, Καρυότυπος, Κίχλη 2014

3. Δέσποινα Μπάτρη, Ή όλοι ή κανείς, Μεταίχμιο 2015

4. Λευτέρης Καλοσπύρος, Η μοναδική οικογένεια, Πόλις 2013

Αχ Ρόζα, Ρόζα, Ροζαλία, πάμε μαζί στη συναυλία

Από παιδί απορούσα γιατί η Ρόζα δεν πήγε στη συναυλία παρά την επίμονη πρόσκληση των στίχων. Πάντα τη φανταζόμουν σαν μια όμορφη ύπαρξη, ακριβώς όπως την περιγράφει το τραγούδι, που όμως δεν πήγε τελικά στη συναυλία. Τι έκανε μετά η Ρόζα; Άνθισε κατά μόνας χαραμίζοντας το υπέροχο χρώμα της στην ερημιά; Κι αν υποθέσουμε πως έγινε έτσι, της αρκούσε αυτό; Αλλά πάλι, οφείλω να αναρωτηθώ, τι ήταν αυτό εμπόδισε τη Ροζαλία να αρνηθεί την πρόσκληση παρά τον πόθο της να βρεθεί κι αυτή στη συναυλία; Μήπως ποτέ δεν προσκαλέστηκε στ’ αλήθεια; Μήπως αυτή η πρόσκληση έκρυβε παγίδες και υποχωρήσεις που θα νόθευαν την καθαρότητα του χρώματός της; Αλλά πάλι, υπήρξε ποτέ η Ρόζα; Ή ήταν ένα επινοημένο πρόσωπο για τις κερκίδες των θεατών που αγαπούν το ροζ; Το στοίχημα για τι παίζεται;

Το στοίχημα είναι για τον καθένα μας. Εννοώ για τον κάθε θεατή που τραβά μια γραμμή και αποφασίζει ή να απωθήσει τη Ρόζα στο χώρο της πλεκτάνης και της επινόησης ή να αποδεχτεί αυθαίρετα την ύπαρξή της, ακόμα κι όπως αυτή ορίζεται από το τραγούδι της Λιλιπούλης.

Έστω λοιπόν, η περσόνα της Ρόζας που ηθελημένα δεν πάει στη συναυλία θεωρώντας πως το εισιτήριο δεν εξασφαλίζεται με έντιμους και ηθικούς τρόπους, τόσο τουλάχιστον όσο απαιτεί η καθαρότητα του χρώματός της. Η επιμονή στις αμετακίνητες αρχές, έχει πάντα κάτι το συγκινητικό, παραπέμπει σε μια εντιμότητα και αθωότητα, όσο και σε ένα αλύγιστο φρόνημα παρά το τίμημα που καραδοκεί. Η αλήθεια είναι μία και δεν γίνεται να την τεντώσουμε για να μας χωράει λέει η Ρόζα, και δεν είναι αφελής. Έχει πλήρη επίγνωση της ουτοπικότητας της στάσης της, όπως και απόλυτη γνώση του τιμήματος. Από αυτήν την πλευρά η Ρόζα είναι αξιοθαύμαστη, μια μυθιστορηματική περσόνα άξια λόγου, ίσως και για αυτό το περίφημο τραγούδι της Λιλιπούπολης να συγκινεί διαχρονικά.

Όμως. Όμως υπάρχει ο Γιόζεφ Ροτ και Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ (εκδ. Άγρα). Μια άλλη οπτική που ίσως, αν μη τι άλλο, να φανεί χρήσιμη στη Ρόζα του τραγουδιού.

Στις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος, που αναφέρεται στην εποχή των τελευταίων Αψβούργων, κάποιος στρατευμένος αγρότης στη μάχη του Σολφερίνο, σκεπτόμενος με εξαιρετική ωριμότητα, σώζει τον νεαρό και άπειρο αυτοκράτορα από βέβαιο θάνατο. Ορμάει ακαριαία και δέχεται ο ίδιος τη σφαίρα που προοριζόταν για εκείνον. Ανταμείβεται με ένα τραύμα και τον προβιβασμό του σε ανώτερη τάξη, αφού ο αυτοκράτορας του απένειμε έναν τίτλο ευγενείας. Δεν είναι λοιπόν πια χωρικός, είναι ευγενής. Και αυτό το οφείλει ξεκάθαρα στις ικανότητες του. Αρκετά οξυδερκής, διορατικός και συγκροτημένος όπως και αποτελεσματικός. Αναμφισβήτητα έσωσε τον αυτοκράτορα και την αυτοκρατορία, στην αξία των οποίων πίστευε τόσο. (Προς διευκόλυνση όσων ψάχνουν για αλληγορίες: όπου «αυτοκράτορας-αυτοκρατορία» θέστε «λογοτεχνία» και όπου «χωριάτης-ήρωας» βάλτε «επίδοξος ή αφανής συγγραφέας»). Εξαιτίας λοιπόν των ικανοτήτων του ο Τρόττα –έτσι λέγεται ο ήρωας του Σολφερίνο- πηγαίνει στη συναυλία…συγχωρέστε με, εννοούσα γίνεται αριστοκράτης.

Ποια είναι η συνέχεια; Όταν πέφτει στα χέρια του το αναγνωστικό του γιου του, βλέπει πως η ιστορία του αναφέρεται, όμως παραλλαγμένη. Παρουσιάζεται ο ίδιος με το όνομά του, μόνο που είναι καβαλάρης και αξιωματικός και ο αυτοκράτορας μάχεται μαζί του εναντίον πολλών έφιππων αντιπάλων. Δεν είχε αναιρεθεί το γεγονός πως έσωσε τον αυτοκράτορα, ούτε είχε παραποιηθεί το όνομά του, μονάχα που όλα έγιναν πιο γυαλιστερά. Εξοργίστηκε τόσο με αυτή την αλλαγή, που τελικά κατάφερε να βγει εντελώς η ιστορία του από το αναγνωστικό, μένοντας θαμμένη κάπου σε κάποια αρχεία (βλέπε Βιβλιονέτ), ορατή σε κάποιον μελετητή που θα έπεφτε-αν έπεφτε ποτέ- πάνω της τυχαία. Κι επιπλέον σταδιακά έχασε την πίστη του στον αυτοκράτορα, την αυτοκρατορία, την νέα του αριστοκρατική τάξη, τους διέγραψε όλους μένοντας ο ίδιος μετέωρος και εκτός συναυλίας, για να θυμηθούμε λιγάκι τη Ρόζα, τη Ροζαλία του τραγουδιού.

Έτσι μολονότι αμετάκλητα αριστοκράτης πια, απομόνωσε ο ίδιος τον εαυτό του από την νέα του υψηλότερη τάξη, μη μπορώντας να προσαρμοστεί στους διπλωματικούς ελιγμούς και τις αλήθειες που υπήρχαν μεν, καμουφλάρονταν όμως πίσω από δαντέλες. Δεν άντεξε τις δαντέλες. Η μονολιθική εμμονή του στην καθαρή αλήθεια τη δίχως ξόμπλια, τον εμπόδισε να δει ότι η αλήθεια υπάρχει, είναι εκεί, απλώς ο χωρικός την θέλει ωμή και ο αριστοκράτης σερβιρισμένη με ορντέρβ στην χρυσοποίκιλτη πιατέλα. Αυτή ήταν όλη κι όλη η διαφορά, μόνο που φαίνεται πως ο ήρωας του Σολφερίνο δεν είδε πως η διαφορά στον τρόπο σερβιρίσματος δεν επηρεάζει αυτή καθ’εαυτή την αλήθεια (βλέπε αξία λογοτεχνικού έργου). Παρέμεινε βεβαίως αριστοκράτης, ήταν ο ήρωας του Σολφερίνο κι αυτό δεν άλλαζε (βλέπε, έγραψε το αξιόλογο βιβλίο), πλήρως όμως απομονωμένος και αφανής όπως ο ίδιος θέλησε. Επειδή λοιπόν δεν άντεξε τις δαντέλες.

Αντιγράφω από σελ. 34-35: «Ο Γιόζεφ Τρόττα, βαρόνος φον Σιπόλιε δέχτηκε τα αυτοκρατορικά δώρα κατηφής και ενοχλημένος σαν να ήταν προσβολές. Η εκστρατεία κατά της Πρωσίας έγινε χωρίς αυτόν. Η πατρίδα οδηγήθηκε στην ήττα χωρίς αυτόν. Ο Τρόττα ζούσε μέσα στην πίκρα. […] Παρόλο που ήταν ένας άντρας στα καλύτερά του χρόνια, έμοιαζε να γερνάει ολοένα και πιο γρήγορα. Γιατί είχε χάσει τον παράδεισο της απλής πίστης στον αυτοκράτορα, στην αρετή, στην αλήθεια, στην δικαιοσύνη. Είχε φυλακιστεί στη σιωπή και στην αναγκαστική παραδοχή πως η πανουργία εξασφάλιζε την επιβίωση του κόσμου, την ισχύ των νόμων και τη λάμψη των αυτοκρατόρων. Χάρη στη ρητή επιθυμία του αυτοκράτορα το αναγνωσματάριο υπ’αριθμόν 15 αποσύρθηκε από τα σχολεία της Μοναρχίας. Το όνομα Τρόττα έμεινε γραμμένο μόνο στα μητρώα της μεραρχίας του».

Τελικά ο Τρόττα ήταν ακέραιος άνθρωπος ή κάποιος που δεν προσαρμόστηκε επειδή δεν κατάλαβε ότι το στοίχημα δεν ήταν για τις δαντέλες, αλλά για τον πυρήνα της αλήθειας. Και για την αυτοκρατορία βεβαίως.

Όπως και να έχει το Ρόζα, Ροζαλία παραμένει ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Και τα πιο μυστηριώδη.

 

ΥΣ Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και πράγματα είναι πραγματική.

Δημοκρατία (graphic novel), Αλέκος Παπαδάτος, Ίκαρος 2015

9789605720728-1000-1126077
Τα κόμικς σε γενικές γραμμές παραπέμπουν σε πιο εύπεπτα αναγνώσματα. Μέχρι πριν κάποια χρόνια δύσκολα θα παρέπεμπαν σε λογοτεχνία. Η αλήθεια είναι πως ένα μυθιστόρημα αποδοσμένο σε εικόνες, αν είναι αξιόλογο, ταιριάζει θαυμάσια στην εποχή μας και τους εντατικούς της ρυθμούς που θέλει την ανάγνωση να υποχωρεί και την εικόνα μετά λεζάντας να θριαμβεύει. Όπως και να έχει, η δουλειά των Αλέκου Παπαδάτου, Αβραάμ Κάοουα και Annie Di Donna, το graphic novel Δημοκρατία, απερίφραστα ανήκει στη λογοτεχνία και μάλιστα αποτελεί αξιόλογο δείγμα της.

Δεν είναι το πρώτο του είδους. Έχει προηγηθεί το Logicomix του Απόστολου Δοξιάδη, στο οποίο συμμετείχε ο Παπαδάτος αντλώντας προφανώς πολύτιμη εμπειρία. Παλιότερα δε Οι Δραπέτες της Σκακιέρας του Ευγένιου Τριβιζά, μολονότι για παιδιά (και όχι μόνο), είχε θέσει ήδη αρκετά ψηλά τον πήχη. Και τώρα η Δημοκρατία, άξιος συνεχιστής στα καθ’ημάς μιας παράδοσης που έχει αρχίσει να διαφαίνεται.

Η ιδέα να μιλήσει κανείς για τη γένεση της δημοκρατίας και τον Κλεισθένη ακούγεται εν πρώτοις κάπως απλή και παρωχημένη, και αυτά ακριβώς είναι που αυξάνουν τις δυσκολίες του εγχειρήματος. Οι δημιουργοί έχοντας προφανώς υπόψη τους τα εμπόδια φρόντισαν να τα υπερβούν παρουσιάζοντάς μας ένα έργο εξαιρετικά επίκαιρο και διόλου απλοϊκό.
Η ενηλικίωση ενός νεαρού Αθηναίου στα χρόνια του Κλεισθένη συμπίπτει με την ενηλικίωση του πολιτεύματος στην αρχαία Αθήνα. Έξοχος παραλληλισμός που δουλεύει θαυμάσια στην υλοποίησή του πετυχαίνοντας δύο πράγματα: αφενός ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία του ατόμου προς την ωρίμανση με όσα εμπόδια και παλινδρομήσεις αυτό συνεπάγεται, κάτι που τον αφορά προσωπικά και άμεσα. Αφετέρου βλέπουμε το ακριβές αντίστοιχο αυτής της ατομικής πορείας να προβάλλεται στο πολίτευμα κατά τρόπο ώστε να διαφανεί ότι το άτομο έχει τις δικές του ευθύνες στην ωρίμανση του πολιτεύματος.

Πολλά άτομα συνιστούν μια κοινωνία που παρά τις διαφοροποιήσεις των μελών της, η κοινή τους συνισταμένη είναι αυτή που τελικά θα μορφοποιήσει το πολίτευμα. Από την άλλη πλευρά καταδεικνύεται πως και ο κάθε μεμονωμένος πολίτης, όπως ο μυθιστορηματικός Λέανδρος, εξαρτά την ενηλικίωσή του ακριβώς από την μεγαλύτερη ή μικρότερη ωριμότητα του πολιτεύματος. Μπορεί η αλληλεπίδραση ατόμου –πολιτεύματος να φαντάζει σαν σχολική έκθεση ιδεών, ωστόσο είναι τόσο προσεκτικά χτισμένη μέσα από το σενάριο και το κείμενο του βιβλίου, που ωθεί τον αναγνώστη να την ξαναανακαλύψει, αυτή τη φορά με την ομορφιά που αξίζει στην ιδέα.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο ευφυείς ατάκες και βαθύτερες σκέψεις με τις οποίες είναι διανθισμένο το graphic novel, αποκτούν βαρύτητα λόγω της αναγκαστικής επιγραμματικότητάς τους. Σε ένα κόμικ δεν χωρούν πολλά λόγια, συνεπώς όσα θα ειπωθούν πρέπει να είναι μεστά και να κινητοποιούν άμεσα τον αναγνώστη. «Δεν φοράνε μάσκες μόνο οι ηθοποιοί. Εκείνοι καλύπτουν τα πρόσωπά τους για να δούμε καλύτερα ποιοι είναι. Εμείς τα καλύπτουμε για να κρυφτούμε». Αλλού, «Εμείς επευφημούμε όταν μας το ζητούν, εμείς πολεμάμε όταν μας το ζητούν, κι αυτοί μόνο ζητούν». Οι εικόνες και η πλοκή συμπληρώνουν τα υπόλοιπα, πλην όμως ο λόγος, αν και περιορισμένος λόγω του είδους του βιβλίου, είναι λόγος εξαιρετικά δουλεμένος και ουσιαστικός.

Επιπλέον δίνεται σταθερά η εντύπωση πως ναι μεν η αμφίεση και τα οικοδομήματα ανήκουν σε μια άλλη εποχή, οι άνθρωποι όμως σκέφτονται και λειτουργούν με τις ίδιες αδυναμίες και παρόμοιους τρόπους όπως οποιοσδήποτε άνθρωπος ανεξαρτήτου χρόνου. Συνεπώς τα πρόσωπα στη Δημοκρατία ακόμα και κάτω από χιτώνες, μας είναι αφόρητα οικεία. Η σχέση φωτός-σκότους ή αν προτιμάται Απολλώνιου και Διονυσιακού πνεύματος, όπως μας το παρουσίασε ευκρινέστατα ο Νίτσε στο Η Γέννηση της Τραγωδίας, όχι μόνο είναι αρκούντως αφομοιωμένη από τους δημιουργούς ώστε να διαπερνά τα λόγια και τις πράξεις των ηρώων, αλλά επιπλέον παρουσιάζεται με ξεκάθαρο όσο και εύσχημο τρόπο σε όνειρο του Λέανδρου. Εκεί η Αθηνά και ο Απόλλωνας συνομιλούν με το Διόνυσο, όλοι τους με τη μορφή σημερινού ανθρώπου παίρνοντας έτσι από το χεράκι τον αναγνώστη και κάνοντας εντελώς κατανοητές τις προθέσεις των δημιουργών. Ο δε εγκιβωτισμός του ονείρου γίνεται με τόση δεξιοτεχνία που ο αναγνώστης δεν προσβάλλεται που του εξηγούν σε τέτοιο πια βαθμό. Ίσα-ίσα απολαμβάνει κιόλας το εύρημα…

Έτσι λοιπόν η αίσθηση που δίνεται και σε ατομικό επίπεδο και σε επίπεδο πολιτεύματος (όπου θίγεται σαφέστατα το θέμα του λαϊκισμού), είναι πως είτε βρισκόμαστε στην αρχαία Ελλάδα των αρχών του 5ου αι. π.Χ. είτε στη σύγχρονη, δεν αλλάζουν και πολλά πράγματα. Παράλληλες σκέψεις, προβλήματα και αντιδράσεις. Με μια δυστυχώς διαφορά. Τότε υπήρξε ένας Κλεισθένης που έπιασε το σφυγμό της εποχής και ήταν αρκετά ικανός ώστε να παρέμβη καταλυτικά. Διαφορετικά, όσο ώριμες και αν ήταν οι περιστάσεις, θα αργούσε πολύ να γεννηθεί η δημοκρατία, ίσως ακόμα και να μην γεννιόταν καθόλου, μιας και οι Πέρσες θα ακύρωναν κάθε κυοφορία της νικώντας στη μάχη του Μαραθώνα.

Ο καταλύτης λοιπόν. Το άριστο άτομο, που με τη διορατικότητα και τις ικανότητές του θα πυροδοτήσει τον μηχανισμό. Ας μην ξύνουμε πληγές σε μια σύγχρονη Ελλάδα όπου η αριστεία καταλήγει ρετσινιά και θεσμοθετείται ως τέτοια. Εξάλλου ανέκαθεν στη χώρα μας οι άριστοι εξοστρακίζονταν. Το μεγάλο στοίχημα παραμένει αν κάποιος τους αποδειχτεί αρκετά εφευρετικός ώστε να παρακάμψει τη δυσκολία και να δράσει ως καταλύτης.

Καταλήγοντας. Άρτια δουλειά η Δημοκρατία. Άρτια πέρα από κάθε προσδοκία. Και στις ιδέες που τη διαποτίζουν, βαθιά αφομοιωμένες, και στις συρραφές τους που δεν φαίνονται διόλου, και στο σεναριακό χειρισμό που δουλεύει άψογα με όρους αφηγηματογραφίας, και στην λογοτεχνική απόδοση σαφώς υποβοηθούμενη από τις καλαίσθητες εικόνες με όρους κόμικ. Ένα πραγματικό λογοτέχνημα που αφήνει ικανοποιημένο τον αναγνώστη που δεν θέλει να χάσει το χρόνο του.

Οι ψαράδες, Chigozie Obioma, Μεταίχμιο 2015

Oi_psarades_140x205_03
«Οι ψαράδες». Ήδη ο τίτλος προδιαθέτει θετικά παραπέμποντας σε κάποιου είδους αφήγηση με πλοκή, όχι σε κάποια αφηρημένη ιδέα που μπορεί να υποστηρίζει επιτυχώς το περιεχόμενο του βιβλίου, μπορεί και όχι. Εδώ ο αναγνώστης ξέρει με σχετική ασφάλεια ότι υπάρχει κάποιο νήμα, κάποια γεγονότα εκτυλίσσονται που θα του συντηρήσουν το ενδιαφέρον.

Ο συγγραφέας νιγηριανός και οι ήρωές του είναι ομοεθνείς του που ζουν στον τόπο καταγωγής τους. Ο εξωτισμός της αφρικανικής χώρας και τα σχετικά λίγα που ξέρουμε για αυτήν αποτελούν δεύτερο μπόνους για τον αναγνώστη.

Οι ήρωες λειτουργούν ως τραγικά πρόσωπα πιασμένα στο δίχτυ της μοίρας. Ένας τρελός που παίζει το ρόλο του μάντη, μια αδελφοκτονία, όλα συστατικά της αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Τρίτο δέλεαρ λοιπόν, η υπόσχεση πως εκτός από την στιβαρή πλοκή και το εθνικό χρώμα, υπάρχει και ένα βάθος που χτυπάει κατευθείαν σε ένα διαχρονικό θέμα της αξιόλογης λογοτεχνίας, την τραγικότητα του ανθρώπου.

Πριν καν λοιπόν διαβάσει κανείς τους Ψαράδες, γνωρίζει ήδη από τον τίτλο και το οπισθόφυλλο πως έχει στα χέρια του ένα κείμενο που κραυγάζει πως ακολούθησε μια συνταγή, όπως αναφέρεται και στο ιστολόγιο Διαβάζοντας. Ο Ομπιόμα διόλου δεν διστάζει να το παραδεχτεί, κάνοντάς μας σαφές πως συμμετείχε σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής στην Αμερική. Σε βασικές γραμμές η συνταγή της επιτυχίας κάπως έτσι φαντάζει να διατυπώνεται:

1. Καλοδουλεμένη πλοκή. Τίποτα αφηρημένο και φιλοσοφικό που να μην προκύπτει από τη δράση. Μην περιγράφεις τα συναισθήματα, άσε τον αναγνώστη να τα εξάγει από τις πράξεις των ηρώων σου. Και το πιο σημαντικό, έχε αρχή, μέση και τέλος με έναν στρωτό και κατανοητό τρόπο. Μην ξεχάσεις την κορύφωση.
2. Μίλα για την πατρίδα σου. Δώσε το στίγμα του έθνους σου στη σύγχρονη εποχή, ώστε το έργο σου να είναι αφενός επίκαιρο, αφετέρου εστιασμένο σε μια εθνική ομάδα που συστήνεις στον υπόλοιπο κόσμο.
3. Κάνε το έργο σου πολυεπίπεδο, ώστε μην εξαντλείται στην πλοκή. Προσέδωσέ του βάθος θίγοντας, πάντα μέσω της δράσης, κάποιο από τα μεγάλα και μετρημένα στα δάχτυλα θέματα που ασχολείται η λογοτεχνία: έρωτας, θάνατος, μοναξιά…, τραγική διάσταση του ανθρώπου όπως τέθηκε από την ανεπανάληπτη αυθεντία του αρχαιοελληνικού δράματος, την οποία μπορείς να επικαλεστείς ως αδιαμφισβήτητη απόδειξη των προθέσεών σου περί του βάθους του εγχειρήματός σου.

Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε έμεινε κυρίως γνωστός τελικά για το Κοράκι, το οποίο έγραψε ακολουθώντας μια συνταγή επιτυχίας δικής του επινοήσεως (μάλλον δεν υπήρχαν τότε εργαστήρια δημιουργικής γραφής). Όπως ο ίδιος δηλώνει θέλησε να δημοσιεύσει κάτι που θα είχε απήχηση. Κριτήριό του εν προκειμένω δεν υπήρξε η λογοτεχνική αξία αυτή καθ’εαυτή, αλλά η εμπορικότητα.

Όπως και να έχει οι οδηγίες προς ναυτιλομένους-φερέλπιδες συγγραφείς διόλου κακές δεν είναι. Προφυλάσσουν και τον συγγραφέα από κακοτοπιές που ακυρώνουν την προσπάθειά του και τον αναγνώστη από ένα κακό ή σπανιώτερα τυχαία καλό λογοτέχνημα. Όλα αυτά βέβαια με την προϋπόθεση πως ο λογοτέχνης ναι μεν μπορεί να ακολουθήσει πιστά, αν είναι φοβισμένος, ή λιγότερο πιστά, αν θέλει να πειραματιστεί, τη συνταγή, πλην όμως θα πρέπει να την εκτελέσει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, δίνοντας έτσι το στίγμα του. Διότι ένα καλό βιβλίο μπορεί να βασίζεται σε όσες συνταγές θέλει, αλλά από το σημείο αυτό μέχρι την πετυχημένη εκτέλεση, υπάρχει μια απόσταση.

Ας δούμε λοιπόν αν ικανοποιούν Οι ψαράδες τα τρία βασικά κριτήρια που, αδιάφορο τελικά αν τα διδάχθηκε από κάποιο εργαστήριο δημιουργικής γραφής ή όχι, θέτει ήδη με τον τίτλο και το οπισθόφυλλο.

Τα γενικότερα «τεχνικά» χαρακτηριστικά του κειμένου λειτουργούν και η πλοκή δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως είναι καλοδουμένη και αρκετά σύνθετη, όχι όμως τόσο ώστε ο αναγνώστης να χάνει το νήμα. Αυτό κάνει και το βιβλίο ευκολοδιάβαστο. Ο Ομπιόμα χειρίζεται με άνεση τους χαρακτήρες και το αφηγηματικό πρόσωπο, τηρεί σωστές ισορροπίες μεταξύ διαλόγων και αφηγηματικών μερών, ξέρει να προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη με τη ραγδαία εξέλιξη των γεγονότων, επιτυγχάνει οπωσδήποτε πέραν των μικρών συνεχών κορυφώσεων κάθε επεισοδίου και μία καθοριστική κορύφωση, αυτήν της αδελφοκτονίας, στην οποία υπάγονται οργανικά όλες οι άλλες. Χάσματα δεν υπάρχουν στην πλοκή και αυτό δεν είναι διόλου δεδομένου. Άριστα ως εδώ.

Το δεύτερο κριτήριο αφορά στην παραγωγή εθνικής λογοτεχνίας. Πράγματι ο συγγραφέας τοποθετεί τη δράση στην πατρίδα του τη Νιγηρία, παρόλο που ο ίδιος δεν ζει εκεί. Γεννήθηκε όμως στην αφρικανική χώρα. Μας δίνει μια πολύ καλή ιδέα για το όραμα του σύγχρονου νιγηριανού ή έστω μιας μερίδας να δραπετεύσει στη Δύση και να λάβει δυτική παιδεία και καλύτερες προοπτικές επιβίωσης και βιοπορισμού, πράγμα που ο αυταρχικός πατέρας της οικογένειας το θεωρεί εκ των ουκ άνευ για τα παιδιά του. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια ότι τα παιδιά και οι γονείς μιλούν σε αυτήν τους την προσπάθεια αρκετά συχνά μεταξύ τους αγγλικά, χρησιμοποιώντας τις δύο τοπικές διαλέκτους για να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, όχι όμως και πιο σύνθετες έννοιες μιας και «δεν υπάρχει τέτοια λέξη» στα ντόπια ιδιώματα.

Η μητέρα επιρρεπής σε πάσης φύσεως προλήψεις είναι πιο συνεπής στην καταγωγή της από τον πατέρα που βλέπει την έξοδο στον ορθολογισμό της Δύσης. Δυο κόσμοι συγκρούονται, του φιλοδυτικού πατέρα και της αφρικανής μάνας. Τα παιδιά στη μέση αυτού του διχασμού, αφήνονται με καταλύτη τον τρελό μάντη του χωριού, να γείρουν προς την αμιγώς αφρικανική πλευρά τους, όπου επικρατεί ο διονυσιακός εαυτός τους. Ο ορθολογιστής και συνετός Απόλλωνας ηττάται κατά κράτος. Τα πάθη εξεγείρονται και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια αλληλοσκοτώνονται, ανοίγοντας το δρόμο στα μικρότερα να υποταχθούν στα εκδικητικά τους ένστικτά. Ο αφηγητής, το μικρότερο παιδί της οικογένειας προτάσσει μια ασθενή αντίσταση καταδικασμένη εκ των προτέρων. Είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει τον αδελφό του στις αυτοκαταστροφικές επιλογές του, ανοίγοντας ένας νέο κύκλο μίσους και βίας.

Το βιβλίο διανθίζεται από αναφορές στην σχετικά πρόσφατη ιστορία της Νιγηρίας, που βρίθει από εμφύλιους και βίαιες αναταραχές. Η οικογένεια που μας περιγράφει ο Ομπιόμα αδυνατεί να διαφοροποιηθεί από το επικρατούν μοντέλο της πατρίδας τους. Έτσι τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας δεν καταφέρνουν να γίνουν γιατροί, καθηγητές και δικηγόροι, είναι λίγο πολύ καταδικασμένα στην φτώχεια τους και στην παρόρμηση των ενστίκτων τους. Κλωτσάνε από μόνα τους όλες τις ευκαιρίες να μετοικήσουν σε μια δυτική χώρα, τον Καναδά και να σωθούν από τα όποια δεινά, ωστόσο φαντάζει σαν να μην είχανε ποτέ στην πραγματικότητα δυνατότητα επιλογής, έτσι καθηλωμένοι στην εθνική τους μοίρα.

Δυο οι ενστάσεις εδώ. Η πρώτη έχει να κάνει με το κατά πόσο ένα βιβλίο που συστήνει ως πρέσβης τη χώρα του στον υπόλοιπο κόσμο, μπορεί να το κάνει με σχετική αντικειμενικότητα. Ασφαλώς η οπτική γωνία δεν επιδέχεται αντικειμενικότητας, ωστόσο αναρωτιέμαι, αν κάποιος ξένος διαβάσει το Μάρτυς μου ο Θεός του Μάκη Τσίτα, πολύ εύκολα θα συμπεράνει γενικεύοντας πως λίγο –πολύ οι έλληνες είμαστε Χρυσοβαλάντηδες, πράγμα που ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Με πόση λοιπόν ασφάλεια για τον αναγνώστη δύναται ένας συγγραφέας να παράγει εθνική λογοτεχνία αντιπροσωπευτική της πραγματικότητας του έθνους του;

Η δεύτερη ένσταση έχει να κάνει με την καχυποψία ότι τα της Νιγηρίας δεν ήταν για τον Ομπιόμα παρά ένα εξωτικό καρύκευμα που εξασφαλίζει πωλήσεις βάσει της συνταγής που λέγαμε παραπάνω. Κι αυτό γιατί ο ίδιος ο συγγραφέας επέλεξε να μη ζει στην πατρίδα του, ταξίδεψε και κάνει καριέρα στην Αμερική, υλοποιώντας το όνειρο του μυθιστορηματικού του πατέρα για τους γιους του. Αν εν πάση περιπτώσει ο ίδιος μάλλον διαθέτει τα χαρακτηριστικά ενός παγκόσμιου πολίτη, ενός κοσμοπολίτη, παρά ενός αμιγούς νιγηριανού με ό,τι αυτό συνεπάγεται, γιατί δεν γράφει προβάλλοντας την κοσμοπολίτικη παγκοσμιοποιημένη και προφανώς επικρατούσα πλευρά του, αλλά μιλά για τον εξωτικό τόπο καταγωγής του; Εδώ μυρίζει συνταγή. Η εθνική λογοτεχνία που λέγαμε. Η ίδια αυτή καθ’ εαυτή είναι απολύτως αποδεκτή, αρκεί να είναι έντιμη ως προς τις προθέσεις της.

Το τελευταίο και σημαντικότερο κριτήριο που θέτει το ίδιο το βιβλίο, είναι, θυμίζω, η προσέγγιση ενός από τα μεγάλα θέματα της ( υψηλής) λογοτεχνίας. Οι Ψαράδες πραγματεύονται όντως το ζήτημα της τραγικότητας του ανθρώπου με σαφή παραπομπή σε μοτίβα του αρχαιοελληνικού δράματος, με πόση όμως επιτυχία το κάνουν, πέρα από το μίνιμουμ των απαιτήσεων της συνταγής επιτυχίας;

Η τραγική ουσία του ανθρώπου έγκειται στην προσπάθειά του να αποφύγει το πεπρωμένο του, να ανατρέψει κάποια δύναμη ανώτερή του, αλλά όσο πιο πολύ προσπαθεί, τόσο πιο πολύ επιβεβαιώνει τη βούληση αυτής της ανώτερης δύναμης. Ο τραγικός ήρωας παλεύει να ανατρέψει τη μοίρα του με ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα. Αναπόφευκτα συντρίβεται, το δε μεγαλείο του προκύπτει από την επιμονή του να πετύχει το αυτεξούσιο, ακόμα κι όταν γνωρίζει πολύ καλά πως αυτό είναι αδύνατο. Ο μάντης, όργανο της ανώτερης αυτής δύναμης, ωθεί τον τραγικό ήρωα ως καταλύτης ταχύτερα στην καταστροφή του, παρόλο που εμφανίζεται να προειδοποιεί.

Όλα αυτά τα στοιχεία ενυπάρχουν στους Ψαράδες με νιγηριανή αμφίεση. Αλλά. Όταν ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης αλληλοσκοτώνονται στους Επτά επί Θήβας, ο Αισχύλος θέτει τουλάχιστον μια λογικοφανή αφορμή που τους οδηγεί στη σύγκρουση: τη διεκδίκηση της εξουσίας στη Θήβα. Επιπλέον οι δυο γιοι του Οιδίποδα αποτελούν ξεκάθαρα τη συνέχεια μιας καταραμένης γενιάς και ο μύθος του πατέρα και του παππού τους του Λάιου έχει αναπτυχθεί επαρκώς, ή τουλάχιστον είναι δεδομένος για το θεατή. Στους Ψαράδες τα δυο αδέλφια αλληλοσκοτώνται στην ουσία, αλλά ποιος ο λόγος της συμπλοκής πέρα από την προφητεία του τρελού παραμένει άδηλο. Με άλλα λόγια ο Οιδίποδας σίγουρα δεν οδηγήθηκε στην καταστροφή επειδή ο Τειρεσίας προέβη σε αποκαλύψεις. Αυτό δεν ήταν παρά ένα πρόσχημα. Επιπλέον οι κινήσεις του έως τέλους φαντάζουν εξαιρετικά λογικές, μονάχα που το δίχτυ των θεών είναι υπεράνω λογικής. Ο Ομπιόμα μόνο και μόνο εξ αυτών δεν φαίνεται να χτίζει σθεναρά τους ήρωές του με όρους τραγικότητας. Δίνει πράγματι την εντύπωση ότι ακολούθησε κάποια συνταγή, χωρίς να ξέρει πράγματι για τι μιλάει, ώστε να το χειριστεί αποτελεσματικά και με επάρκεια.

Κλείνοντας να προσθέσω ένα ακόμα που με εντυπωσίασε. Στις ευχαριστίες ο συγγραφέας αναφέρεται σε δύο ατζέντηδες που προώθησαν το βιβλίο του ώστε να φτάσει, συμπληρώνω εγώ, ακόμα και να μεταφραστεί στην Ελλάδα, παρότι πρωτοεμφανιζόμενος. Οι όροι του μάρκετινγκ απαραίτητοι και οι Ψαράδες είναι τελικά ένα αξιανάγνωστο βιβλίο παρά το ψείρισμα στο οποίο το υποβάλλω. Ωστόσο έχουν πέσει στα χέρια μου βιβλία Ελλήνων, λιγότερο ή περισσότερο γνωστών στο εξαιρετικά περιορισμένο ούτως ή άλλως αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας, που έχουν γράψει αρτιώτερα ή εξίσου καλά βιβλία με τον Ομπιόμα, αλλά ελλείψει προώθησης θα συνεχίσουν να παραμένουν άγνωστα. Γνωστά όλα αυτά, ναι, αλλά καλό είναι να θυμόμαστε πού και πού πως ο χρυσός μπορεί να κρύβεται και πως ο δυστυχής αναγνώστης που δεν λογαριάζει το μάρκετινγκ έχει πολλά βιβλία να επιλέξει στην τύχη λίγο-πολύ για να ανακαλύψει το μικρό άσημο διαμαντάκι που δεν ευτύχησε στη χώρα μας να έχει ατζέντη.